Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Τυχαία ή μη, η ημερομηνία που επιλέχθηκε για την ανά τον κόσμο αναμετάδοση, σε κινηματογραφικές και άλλες αίθουσες, του διπτύχου «Ο Πύργος του Κυανοπώγωνα» του Μπέλα Μπάρτοκ και «Ιολάνθη» του Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκυ από τη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης, δηλαδή η 14η Φεβρουαρίου, ως γνωστόν «ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου», πυροδοτούσε προκείμενους συνειρμούς σε σχέση με τον φαινομενικά μόνο αταίριαστο αυτό συνδυασμό. Με όρους παραλληλίας, αλλά και ενδιαφέρουσας αντιδιαμετρικότητας, και οι δύο αυτές μονόπρακτες όπερες πραγματεύονται την αμφίστομη ισχύ του έρωτα αλλά και την εξ ίσου αμφίστομη δύναμη της αλήθειας, στοιχείων ικανών να σηματοδοτήσουν πορείες τόσο προς το φως της λύτρωσης όσο και προς το σκότος της υποταγής στον ζόφο.
Για τον Μπάρτοκ η αριστουργηματική μελοδραματική του απόπειρα, εξαίσιο χωνευτήρι επιρροών και αντιλήψεων, επέπρωτο να παραμείνει ανάδελφη, αφού η σύνθεσή της σηματοδότησε πορεία αυτογνωσίας με την οποία ο συνθέτης δεν τόλμησε να αντιπαρατεθεί στο εξής. Για όλους όσοι θρηνούμε την απώλεια της ευκαιρίας για έναν ακόμη μεγάλο συνθέτη όπερας του 20ού αιώνα ο Μπάρτοκ, πέρα από τη θέση αρχής που υπερασπίστηκε εν έτει 1911 σε σχέση με τα σύγχρονά του καλλιτεχνικά ρεύματα, συνδύασε απαράμιλλα σε αυτόν τον ωριαίο δραματικό διάλογο ανάμεσα στον Κυανοπώγωνα και την Ιουδήθ αντίποδες όπως η θεματική συνθετική τεχνική του Ρίχαρντ Βάγκνερ, η πολυτελής σε όγκο και χρώματα ενορχήστρωση του ίδιου και του Ρίχαρντ Στράους και ο εσωτερικός ιμπρεσσιονιστικός αντίκτυπος ενός ψυχαναλυτικού ημίφωτος στον «Πελλέα και Μελισσάνθη» του Ντεμπυσσύ.
Όλα αυτά πάνω σε ένα κείμενο βασισμένο στη ρωμανική παράδοση, που ο ποιητής του Μπέλα Μπάλας προόριζε για τον Ζόλταν Κόνταλυ αλλά αφιέρωσε στον Μπάρτοκ. Ένα κείμενο που επέτρεψε στον συνθέτη να διαπρέψει σε ένα είδος μελωδικού και εκφραστικού αριόζο πάνω σε μια γλώσσα τόσο ιδιαίτερη όσο η ουγγρική. Ένα κείμενο με επεισόδια - ευκαιρίες ηχητικής οπτικοποίησης συμβόλων και καταστάσεων, που οδηγούν σταδιακά στην αποκάλυψη μιας αλήθειας τόσο αποκρουστικής για τον Κυανοπώγωνα, ώστε να επιφυλάξει για τη νέα του σύζυγο Ιουδήθ το ίδιο πεπρωμένο, οιονεί ενταφιασμού, των προηγούμενων συζύγων του.
Αντίθετα για τον Τσαϊκόφσκυ η «Ιολάνθη» (1892) υπήρξε η τελευταία του όπερα, έργο που συνοδεύθηκε από τη δυσπιστία ομοτέχνων, κριτικών αλλά και του ίδιου του συνθέτη του. Εδώ η πρόκληση ανακάλυψης και οδυνηρής βίωσης της πραγματικότητας, εν προκειμένω της εκ γενετής τυφλότητας της επώνυμης ηρωίδας, καθίσταται αναγκαίος όρος ψυχοσωματικής ανάταξης, όρος για την κατάκτηση του έρωτα ως μέσου αναίρεσης του σκότους, οφθαλμικού και ψυχικού. Η τύχη το θέλησε ώστε, χάρη στην ευγενική πρωτοβουλία του κριτικού θεάτρου κ. Konrad Szczebiot, η σύνταξη του κειμένου αυτού να συμπέσει με την υποδοχή ενός πολυτελούς τόμου του Wielki Theater της Βαρσοβίας αφιερωμένου στον καλλιτεχνικό διευθυντή του, τον διάσημο σκηνοθέτη Mariusz Treliński. Εκείνον που επωμίσθηκε το συνδυαστικό εγχείρημα της Μετ και το αντιμετώπισε μέσα από την ενότητα οπτικής που περιγράψαμε, με όρους υψηλής και λιτής αισθητικής, εναλλάσσοντας στυλιζαρισμένους και ασφυκτικούς κλειστούς χώρους με νατουραλιστικές αναφορές τοπίου και με υποκριτική διδασκαλία προσανατολισμένη στη σωματική έκφραση, όπως αυτή προκύπτει από τη μουσικοδραματική ένταση πλοκής και μουσικής.
Με κυρίαρχο από το πόντιουμ τον έμπειρο και κατασταλαγμένο Valery Gergiev επικεφαλής της γαλβανισμένης από τον Τζέημς Ληβάιν Ορχήστρας της Μετ, μια πλειάδα αφρόκρεμας του παγκόσμιου λυρικού στερεώματος υπερασπίσθηκε ρόλους με σάρκα και περιεχόμενο. Ώριμης λυρικής πληρότητας αναδείχθηκε η Ιολάνθη της Αυστριακής (πλέον) υψιφώνου Anna Netrebko, υπέρκομψη και κατάλληλη για το Sprechgesang του ρόλου της Ιουδήθ η από ετών φωνητικά απροσδιόριστη επιβλητική Γερμανίδα Nadja Michael, γοητευτικός και επικίνδυνος Κυανοπώγων ο Ρώσος βαθύφωνος Mikhail Petrenko, μελίρρυτος ο Βωντεμόν του Πολωνού τενόρου Piotr Beczała. Οι μετά βίας επαρκείς λοιποί (κυρίως κατ' επιθυμίαν μπάσοι...) συντελεστές δεν εμπόδισαν τη λειτουργία ενός θεάματος βαθύτατα παρεμβατικού στο βίωμα του συγκεκριμένου θεατή.