Στην αίθουσα τελετών του ΑΠΘ, κατάμεστη από φοιτητές, πανεπιστημιακούς και θαυμαστές του έργου τους, οι πρωτοπόροι και άλλοτε κραταιοί του ιταλικού σινεμά αδελφοί Ταβιάνι αναγορεύθηκαν χθες επίτιμοι διδάκτορες του τμήματος Ιταλικής Γλώσσα και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής και συγκίνησαν με τα όσα ανέφεραν για τη χώρα μας και τον πολιτισμό της.
«Όταν από ένα πανεπιστήμιο - το δικό σας - έφτασε η συγκεκριμένη πρόσκληση που μας τιμά και μας γεμίζει χαρά, δεν είχαμε αμφιβολίες: η δική μας Lectio Magistralis δεν επρόκειτο να είναι ούτε lectio ούτε magistralis, αλλά μια μαρτυρία απευθείας μέσα από το εργαστήρι μας, με ό,τι πιο προσωπικό μπορούμε να σας προσφέρουμε. Κι αυτό γιατί - το ομολογούμε - μια τέτοια πρόσκληση ήταν κάτι που περιμέναμε: κοιτάζοντας μέσα στο πηγάδι του παρελθόντος, αισθανόμασταν ανέκαθεν εγγύτερα στον ελληνικό πολιτισμό παρά στον ρωμαϊκό» ανέφεραν ξεκινώντας την ομιλία τους ο Πόολο και ο Βιτόριο Ταβιάνι, για να καταδείξουν από την αρχή το πόσο πολύ επηρέασε το έργο τους ο ελληνικός πολιτισμός.
Τα αχώριστα αδέλφια αναφέρθηκαν στην εφηβική τους ηλικία, τότε που ανακάλυψαν τις "Βάκχες" του Ευριπίδη. Είπαν ότι ήταν «ο έρωτας της νιότης τους» και ότι μετέφρασαν το έργο όταν φοιτούσαν στο λύκειο, μιας και το ιταλικό σχολείο δεν τους έδινε τις απαντήσεις που ήθελαν.
«Μας γοήτευσε εκείνη η μυστηριώδης και άτεγκτη τραγωδία που ήταν ανοιχτή στις πιο αντιφατικές ερμηνείες. Από αυτές επιλέξαμε μία: την επαναστατική. Στο σπίτι τα μέλη της οικογένειάς μας, μεταξύ έκπληξης και τρόμου, έστηναν αυτί στις κραυγές που έβγαιναν από το δωμάτιό μας. Ήταν τα λόγια του Άδμητου, του Διόνυσου, η κραυγή της Αγαύης που αναγνωρίζει το κεφάλι του γιου της που είχε βρει τον θάνατο εξαιτίας της βακχικής της μανίας» είπαν με θέρμη και με έναν ενθουσιασμό που λίγοι Έλληνες θα έδειχναν για την αρχαία τραγωδία του Ευριπίδη.
Οι αδελφοί Ταβιάνι ταξίδεψαν το κοινό με το πέταγμα του κορακιού από τη σκηνή της πιο δημοφιλούς ταινίας τους, του «Χάους». Έτσι «ξενάγησαν» τους θαυμαστές τους στο έργο του, κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στη ζωή τους και στα όσα τους καθόρισαν και τους έκαναν θρύλους του ιταλικού σινεμά. Στάθηκαν στη δεκαετία του '60:
«Μέρες ταραγμένες, μια πολύ έντονη περίοδος, αναρχική, μια παθιασμένη εμπειρία. Ήταν μια επιθετική συμπεριφορά προς τον κόσμο ολάκερο, από τον οποίο προερχόμασταν, προς ένα κομμάτι από μας τους ίδιους, ακόμη και για να το ξεπεράσουμε» είπαν για να προσθέσουν: «Εμείς που κάναμε σινεμά αισθανόμασταν την παρόρμηση να επανεφεύρουμε τα πάντα...».
Συνεχίζοντας το ταξίδι στο παρελθόν, αναφέρθηκαν στο πώς ξύπνησε από τη λήθη ο πρώτος τους έρωτας "οι Βάκχες", και πώς επηρεάζει εκ νέου το έργο τους. «Είμαστε τόσο μεγάλοι όσο ο Ευριπίδης όταν έγραφε τις ‘Βάκχες'» σημείωσαν με νόημα στη διάλεξή τους, που είχε ως θέμα «Εκ του σύνεγγυς στην ελληνική γη», και στο πνεύμα του οποίου, όπως τόνισαν οι αδελφοί Ταβιάνι, υπακούουν δύο ταινίες τους: το «Κάτω από τον αστερισμό του σκορπιού» και «Η νύχτα του Σαν Λορέντζο».
Αναφερόμενοι, τέλος, στο πρώτο φιλμ τους επισήμαναν ότι σ' αυτό επανέρχεται η έμμεση δύναμη του ελληνικού πολιτισμού, «η αρχαία ιστορία της εξέγερσης. Ο μύθος: ο γιος ενάντια στον πατέρα». Τον έπαινο των τιμώμενων διάβασε η αναπληρώτρια καθηγήτρια του τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ Ευδοξία Μελαζιάδου, ενώ πριν από την τελετή οι δύο αναγνωρισμένοι κινηματογραφιστές έδωσαν masterclass στο τμήμα Κινηματογράφου του ΑΠΘ, όπου οι φοιτητές είχαν την ευκαιρία να τους θέσουν τα ερωτήματά τους.
ΜΑΡΟΥΛΑ ΠΛΗΚΑ