Συνέντευξη στον Σπύρο Κακουριώτη
Από τις πλέον αναμενόμενες παραστάσεις της φετινής σεζόν, ο Βυσσινόκηπος του Άντον Τσέχοφ, στη σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου, ετοιμάζεται από την Τετάρτη να πάρει τη θέση του στη σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Με την ευκαιρία αυτή, αναζητήσαμε τον σκηνοθέτη της, ώστε να ξεκαθαρίσουμε το «μυστήριο» που καλύπτει το ανέβασμα που προτείνει, «μυστήριο» που επιτείνει η χρήση του Μίκυ Μάους για την προώθησή της...
«Μυστήριο; Όχι, μωρέ!» απαντά γελώντας. «Απλώς είναι ένα σύνθετο έργο, με πολύπλοκη διανομή, είναι και ο μύθος που έχουμε γι' αυτό». Απόλυτα απορροφημένος από τις πρόβες, που ξεκινά από νωρίς το πρωί, παραδέχεται πως δεν έχει «καθαρό μυαλό» για να πει τι θα εισπράξει ο θεατής από την παράσταση. «Αν μπορέσουμε να αγγίξουμε κάποιες χορδές, θα είμαστε καλά», λέει.
Ηθοποιός από τη γενιά του Αμόρε, ο Νίκος Καραθάνος πέρασε στη σκηνοθεσία, χωρίς όμως ποτέ να εγκαταλείψει το προσκήνιο, άλλωστε και στον Βυσσινόκηπο κρατά τον ρόλο του Λοπάχιν, ενός εμπόρου που είναι γιος μουζίκου... Ως σκηνοθέτης όμως ευτύχησε να έχει μέχρι τώρα υπογράψει μερικές από τις πιο επιτυχημένες παραστάσεις του ελληνικού θεάτρου. Οκτώ γυναίκες, Συρανό ντε Μπερζεράκ, η ιστορική Γκόλφω, Δεκαήμερο και τώρα ο Βυσσινόκηπος.
Παρατηρώ ότι σχεδόν όλα τα έργα που επέλεξε έχουν κάτι το «ριζιμιό», είναι έργα που ακουμπούν στις ρίζες του θεάτρου, της κουλτούρας μας. «Κι εγώ σιγά-σιγά το συνειδητοποιώ αυτό», λέει. «Μου αρέσει το πρωινό, να ξαναπιάνω τα πράγματα από την αρχή. Έτσι μόνο μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί είμαστε εδώ, πάνω στη γη. Η αρχή έχει μέσα της τον σπόρο του τέλους. Είναι μάλλον επειδή μου αρέσει η αρχή του ανθρώπου, η παιδική του ηλικία, εκεί που τα πράγματα γίνονται χωρίς να χρειάζεται να τους δώσεις όνομα»...
Ρωτάω αν βλέπει και στον Τσέχοφ αυτήν την αρχή: «Το τέλος εμπεριέχει πάντα την αρχή... Ο συγγραφέας τοποθετεί την πρώτη σκηνή μέσα στο παιδικό δωμάτιο. Όλοι σχεδόν οι διάλογοι σε αυτήν περιστρέφονται γύρω από την αίσθηση των ηρώων ότι δεν άλλαξαν καθόλου».
Κωμωδία και τραγωδία
Όπως τα περισσότερα έργα του, ο Τσέχοφ χαρακτήριζε τον Βυσσινόκηπο «κωμωδία». Μάλιστα στο πρώτο του ανέβασμα, το 1904, ο Στανισλάφσκι είχε αντιμετωπίσει το έργα σαν τραγωδία, κάτι που είχε δυσαρεστήσει έντονα τον Ρώσο δραματουργό. Ρωτάω τον Νίκο Καραθάνο ποια θα είναι η δική του προσέγγιση σε αυτό το θέμα. «Η κωμωδία που ξέρουμε και η κωμωδία που ήθελε ο Τσέχοφ δεν έχουν σχέση. Γιατί θεωρούμε κωμωδία ένα τρανταχτό γέλιο... Έχει γράψει εξαιρετικές τέτοιες κωμωδίες ο Τσέχοφ. Το πρώτο έργο που έπαιξα στη ζωή μου, από λάθος, αλλά στάθηκε η αιτία να γίνω ηθοποιός, ήταν τέτοιο, η Αίτηση σε γάμο».
Στον Βυσσινόκηπο, όμως, ποια είναι η θέση του κωμικού; «Σε τραβάει η κωμωδία από το ένα χέρι και η τραγωδία από το άλλο. Ξέρετε, στη ζωή, ακόμη και στις πιο σοβαρές της φάσεις, είμαστε κωμικοί. Δεν είναι κωμωδία να ξέρεις ότι υπάρχει λύση και να μην την ακολουθείς; Να ξέρεις ότι με αυτό το κλειδί μπορείς να ανοίξεις την πόρτα που είναι μπροστά στα μάτια σου κι όμως να μην το βάζεις στην κλειδαριά;»
Πράγματι, οι ήρωες του Βυσσινόκηπου στέκονται άπραγοι και απαθείς απέναντι στην πραγματικότητα που γύρω τους αλλάζει ραγδαία. «Είναι απάθεια απέναντι σε μια λύση που υπάρχει μεν, αλλά δεν την επιλέγουν», λέει ο σκηνοθέτης. «Είναι κι αυτό μια μορφή ελευθερίας, ο καθένας διαλέγει τη ζωή που θέλει να ζήσει, ανεξαρτήτως ιστορικών στιγμών και εποχών», λέει, παραθέτοντας τα λόγια του γέρου υπηρέτη που, όταν το 1865 απελευθερώθηκαν οι δούλοι, «δεν θέλησα να φύγω. Έμεινα με τον αφέντη μου. Διάλεξα να μείνω δούλος. Αυτό θέλω».
Ο Ν. Καραθάνος αγκαλιάζει τους ήρωές του με αγάπη. "Έχουν πάθει πολλά, η ζωή τούς έχει χτυπήσει, την γνώρισαν κι απ' την καλή κι απ' την ανάποδη. Αν ήταν αλλιώς, δεν θα μας ενδιέφερε άλλωστε το έργο". Όμως ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο; "Όταν καλούν την Λούμποβα να δει την αλήθεια, αναρωτιέται: Ποια είναι η αλήθεια; Αυτά που βλέπετε εσείς ή αυτά που βιώνω εγώ; Ποια είναι η αλήθεια για τη ζωή; Το να αποκτήσω χρήματα ή το να ησυχάσει η ψυχή μου; Τοποθετεί την αλήθεια αλλού" και συνεχίζει: "Είναι σαν μια δίκη που δεν ξέρεις ποιος είναι ο ένοχος. Αν υποστηρίζεις και τον έναν και τον άλλο, δίνεις δίκιο και στους δύο, τότε ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα; Αυτό κάνει η αρχαία τραγωδία, που αντί να δίνει απαντήσεις θέτει ερωτήματα. Μήπως όλοι εμείς οι υπόλοιποι πρέπει να κάνουμε κάτι;"
Ο Βυσσινόκηπος είναι έργο βαθιά σημαδεμένο από την εποχή του και οι περισσότεροι μελετητές βλέπουν να αποτυπώνεται σε αυτό η κοινωνική αλλαγή, η παρακμή της αριστοκρατίας. «Δεν με ενδιαφέρει μια ιστορική ανάγνωση, δεν με ωφελεί να δω σε αυτό έναν αριστοκράτη κι έναν φτωχό, ίσως γιατί είναι κάτι που δεν το έχω ζήσει. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η αλλαγή και η δύναμη φυσικού φαινομένου που έχει, συμπαρασύροντας τους ήρωες».
Μίκυ Μάους
Στην παράσταση συμμετέχουν ορισμένοι παρένθετοι χαρακτήρες που θυμίζουν Μίκυ Μάους, αόρατοι για τους ήρωες του έργου. Είναι ίσως η πιο αινιγματική επιλογή του Ν. Καραθάνου. «Είναι περισσότερο ένα ανθρώπινο κλειδί... Αυτές οι μορφές έχουν σκοπό να προκαλέσουν ορισμένους συνειρμούς που, ίσως, ανήκουν σε έναν χώρο όπου δεν εξηγούνται όλα... Όμως κι έτσι μπορούν να βγουν πράγματα που να διεισδύουν σαν τρυπάνι στην ψυχή». Ρωτάω αν ήταν στις προθέσεις του η ανάμιξη του «υψηλού» με την «ποπ κουλτούρα» και μολονότι θα το έβρισκε «πολύ γοητευτικό αν μπορούσα να δω μια παράσταση που να ήταν όλος ο Τσέχοφ καρτούν, η δική μας παράσταση δεν είναι έτσι, δεν παίρνω αυτό το ρίσκο».
Έχοντας στο ενεργητικό του ιδιαίτερα επιτυχημένες παραστάσεις, όπως ήταν η Γκόλφω, δεν αισθάνεται ότι έχει να αναμετρηθεί με έναν πήχυ που είναι τοποθετημένος ήδη ψηλά; «Όχι, καθόλου. Για μένα αυτές οι δουλειές ήταν αρχή, όχι τέλος. Είναι πάντως πολύ ωραίο να ανακαλύπτεις στα έργα στιγμές ανάλογες με την Γκόλφω. Η επιτυχία της ήταν ότι οι θεατές ήταν αρνητικοί ως προς το έργο και περίμεναν να δουν κάτι που το θεωρούσαν ‘κατώτερο'. Βλέποντας κάτι καλύτερο, αυτό ήταν δώρο. Ο Βυσσινόκηπος όμως είναι διαφορετικό στοίχημα...»
info
ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΣ του Άντον Τσέχοφ. Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου. Σκηνοθεσία - διασκευή: Νίκος Καραθάνος. Σκηνικά - κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου. Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου. Κίνηση: Αμάλια Μπένετ. Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος. Ερμηνεύουν: Θανάσης Αλευράς, Νίκος Καραθάνος, Λένα Κιτσοπούλου, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Αναστασία Κονίδη, Χρήστος Λούλης, Γιώργος Μπινιάρης, Άγγελος Παπαδημητρίου, Δάφνη Πατακιά, Μιχάλης Σαράντης, Έλενα Τοπαλίδου, Άγγελος Τριανταφύλλου, Λυδία Φωτοπούλου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη. ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ, από 22/4-9/5 (Την Τετάρτη 29/4, μετά το τέλος της παράστασης θα διεξαχθεί συζήτηση με τους συντελεστές)