Του Λέανδρου Πολενάκη
To «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, είναι ένα σύνθετο, πολυεπίπεδο έργο - καθρέφτης της νεοελληνικής κοινωνίας. Μια πολυπρόσωπη πινακοθήκη ζωντανών χαρακτήρων και τύπων του νεοελληνικού γίγνεσθαι, που αντανακλά σε πρώτο πλάνο την ολοκληρωτική αποτυχία της κυρίαρχης μέσης αστικής τάξης, να απαλλαγεί από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και να διαδραματίσει, έστω αργά, τον ιστορικό της ρόλο. Σε δεύτερο πλάνο την αδυναμία «τριγωνοποίησης» του ατόμου, με σύμμετρη τοποθέτησή του ανάμεσα σε «μητέρα» και σε «πατέρα», έτσι ώστε να απαλλαγεί από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της ελληνικής, τυπικά πατριαρχικής, ουσιαστικά μητριαρχικής, πάντοτε μονόπαντης οικογένειας. Αν ψάξουμε ακόμα βαθύτερα, θα συναντήσουμε την αδυναμία αποκοπής του ομφάλιου λώρου από το αρσενικό ειδικά παιδί, δεμένο εσαεί μέσω αυτού σε ένα παντοδύναμο, παρ' ότι ακρωτηριασμένο σε ζωτικά όργανά του, μητρικό σώμα, από το οποίο και αντλεί την ισχύ του, αναζητώντας, ακόμη και στις ερωτικές του σχέσεις, μια συμβολική ή πραγματική μητέρα - τροφό. Οι χαρακτήρες του έργου έχουν, έτσι, κοπεί κατ' ευθείαν επάνω σε αρχαϊκά πρωτογενή οιδιπόδεια και ορεστειακά πρότυπα ως προπλάσματα του τραγικού, χωρίς τη διαμεσολάβηση των «νεωτερικών», Φρόυντ, Λακάν κ.λπ. Επειδή την ψυχανάλυση δεν την εφηύραν πρώτοι αυτοί, αλλά μάλλον προηγήθηκαν κατά κάποιους αιώνες ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής.
Το «Τρίτο Στεφάνι» δεν είναι μια τυπική ηθογραφία, με την έννοια που συνήθως δίνουμε στον όρο στην Ελλάδα. Είναι ένα έργο στις παρυφές του τραγικού, όπου ο συγγραφέας, κρυμμένος πίσω από τους ήρωές του ως αόρατος, σκιώδης παρατηρητής - αφηγητής, σχολιάζει και αυτοσαρκάζεται συγχρόνως, «ξύνοντας» ηδονικά την κρυφή πληγή. Δεν εννοώ τη γνωστή, δημόσια ομολογημένη ερωτική του κλίση, αλλά το σύνδρομο απόρριψης από μια «κακή μήτρα», για να μιλήσω τη γλώσσα της ψυχανάλυσης. ΄Η το σύνδρομο της «σεληνιακής μάνας» που σκιάζει, κρύβοντας από τον γιο, τον «ήλιο - πατέρα», για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα του μύθου. Αυτός είναι ο αυθεντικός, μυθικός πυρήνας του έργου, που εντόπισε και πρόβαλε με ενάργεια η σκηνοθεσία του Τάκη Τζαμαργιά (κίνηση Λίας Χαράκη), στην παράσταση του Θ.Ο.Κ. στο Δημοτικό του Πειραιά. Μιλώντας χαμηλόφωνα και υπαινικτικά για το «άλλο», όχι, ασφαλώς, από σεμνοτυφία, αλλά επειδή έχει καταντήσει πια «καραμέλα» στο στόμα όσων μιλούν για τον Ταχτσή και το έργο του.
Είναι μια σκηνοθετική πρόταση εξαιρετικά καθαρή, «σκεπτόμενη» και «ονειρευόμενη» συγχρόνως («με λογισμό και με όνειρο»), στηριγμένη στην άρτια δραματοποίηση του Σάββα Κυριακίδη και στην άριστη συνεπικουρία της μουσικής της Ευανθίας Ρεμπούτσικα, άμεση, που δεν «θολώνει τα νερά», αλλά λέει «τα σύκα - σύκα και τη σκάφη - σκάφη», αποδίδοντας «τα του λογισμού στον λογισμό» και «τα του ονείρου στο όνειρο». Μιλάει τη γλώσσα του μύθου, χωρίς να προσφεύγει στην διαμεσολάβηση ενός Φρόυντ και χωρίς να αναζητά ψυχαναλυτικά κλειδιά - δεκανίκια της αμφίθυμης στάσης του συγγραφέα (αγάπη - μίσος) απέναντι στην γυναίκα. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι στην παράσταση, ευτυχώς, επικρατεί το πρώτο. Μια εικαστική, με την καλή έννοια του όρου, σκηνοθεσία, που μεταφράζει σκηνικά τις ρωμαλέες εικόνες του Ταχτσή, με ρέοντα, μουσικό λόγο, ανεπαισθήτως ορχούμενη κίνηση και πολύ καλά δουλεμένες υποκριτικές.
Η Αννίτα Σαντοριναίου, σε πλήρη ωριμότητα μέσων, με προφίλ που «κόβει», κυριαρχεί δίνοντας μια σπαρταριστή, ολοζώντανη, ανάγλυφη Εκάβη. Η Νίνα της Στέλλας Φυρογένη, συμπαγής και ολόκληρη, γίνεται το έκτυπο μιας μεγάλης ψυχής. ΄Ολο το πρώτο μέρος «δικό της». Ξεχωρίζουν ακόμη από τον πολυπληθή, ισοδύναμο θίασο, η Νιόβη Χαραλάμπους (Πολυξένη), η Πολυξένη Σάββα (Μαριέττα, Βικτώρια), η πληθωρική ΄Ελενα Δημητρίου (Ναϊρεντίν), ο Παναγιώτης Λάρκου (Θόδωρος), ο Γιώργος Κυριάκου (Δημήτρης), ο Ντίνος Λύρας (Αντώνης). Και οι Ανδρέας Τσέλεπος (Άκης), Ιωάννα Σαφκάλη, Αντωνία Χαραλάμπους, Ηρόδοτος Μιλτιάδους, Θέα Χριστοδουλίδου, Σώτος Σταυράκης, Δημήτρης Αντωνίου, Ζωή Κυπριανού, Λουκάς Ζήκος, Κύνθια Παυλίδου, Χριστίνα Χριστόφια, Ερμίνα Κυριαζή, Κρίστη Παπαδοπούλου.
Τα σκηνικά του Εδουάρδου Γεωργίου, τα κοστούμια του Λάκη Γενεθλή, η μουσική επιμέλεια του Γιώργου Κολιού και οι φωτισμοί του Γιώργου Κουκουμά, συνάδουν.