Live τώρα    
Η Αθήνα αποχαιρετά σήμερα τον συγγραφέα της
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η Αθήνα αποχαιρετά σήμερα τον συγγραφέα της

"Οι λέξεις είναι τα εργαλεία μου και ο λόγος των καθημερινών ανθρώπων που ακούω γύρω μου το παράδειγμά μου" μας έλεγε ο Μένης Κουμανταρέας πριν από πολύ καιρό, σε μια εποχή που ακόμα δεν προμηνούσε όσα σήμερα ζούμε, ούτε, φυσικά, τη συγκλονιστική είδηση που απλώθηκε το Σάββατο το πρωί στην πόλη του, την Αθήνα, και σε όλη την επικράτεια. Αίφνης η μυρωδιά των λέξεών του δεν απέπνεε μόνο τη γλυκιά μελαγχολία των γραπτών του, αλλά μας έκανε να κλαίμε. Ο Μένης Κουμανταρέας, ο αριστοκράτης της γραφής και ανατόμος της λαϊκής ψυχή,ς πέθανε "συνεπεία βαρέων κακώσεων κοιλίας και κεφαλής και ως καταληκτική πράξη θανάτου ήταν ο στραγγαλισμός με τα χέρια". Μ' αυτή την παράταιρη για έναν στυλίστα της γραφής γλώσσα, ο ιατροδικαστής Νίκος Καρακούκης ανακοίνωσε τα αίτια θανάτου. Η βία μπήκε ύπουλα στο διαμέρισμα της οδού Ζακύνθου 3 στην Κυψέλη και αφάνισε τον πιο ευγενή της λογοτεχνίας μας, τον πιο εύθραυστο και επίμονο. Τον Μένη Κουμανταρέα, που μέσα από τις λέξεις και τις ανάσες των καθημερινών ανθρώπων αποτύπωσε με μαεστρία στο έργο του, ψηφίδα - ψηφίδα, τη σύγχρονη ελληνική τοιχογραφία.

Η είδηση του θανάτου του, τα χαράματα του Σαββάτου, σκόρπισε θλίψη όχι μόνο στη λογοτεχνική κοινότητα, αλλά σ' όλα τα σπίτια που στα ράφια των βιβλιοθηκών τους είναι τοποθετημένα βιβλία του. Το αστυνομικό δελτίο, ψυχρό, φευ, μη διαψεύσιμο, έδωσε καρέ-καρέ το χρονικό ενός άδικου θανάτου. Μη παραβιασμένη πόρτα, ο συγγραφέας νεκρός, το διαμέρισμά του "έχει ερευνηθεί επιλεκτικά". Ο ποιητής και θεατρολόγος Θάνος Φωσκαρίνης, φίλος του επί 30 και πλέον χρόνια και ο άνθρωπος στον οποίο είχε αναθέσει τη διαμόρφωση του αρχείου του, τον βρήκε νεκρό μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής. Μαζί τρώγανε λίγη ώρα πριν, όταν ο Μένης Κουμανταρέας πήγε για λίγο στο σπίτι του για να πάρει ένα χάπι και δεν επέστρεψε.

Του άρεσε να τον αποκαλούν συγγραφέα της Αθήνας. Δεν την εγκατέλειψε ποτέ, μόνο τα καλοκαίρια έφευγε για λίγο. Οι γειτονιές της και οι άνθρωποί της, αυτοί κυρίως αποτέλεσαν την κύρια μαγιά των βιβλίων του. Από την εποχή που "Τα Μηχανάκια" -ήταν το 1962- εισέβαλαν στην πεζογραφία μας, μέχρι το πολύ πρόσφατο βιβλίο του "Ο θησαυρός του χρόνου", αλλά και τη "Νεανική αλληλογραφία 1954-1960" με τον Βασίλη Βασιλικό, που κι αυτή κυκλοφόρησε πριν από μερικές ημέρες, ο Μένης Κουμανταρέας εικονογράφησε με ευγένεια και λεπτότητα, με στυλιστική δεινότητα, τη σύγχρονη περιπλάνηση του Έλληνα στον τόπο του και την Ιστορία του, την αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου μπροστά στο είδωλό του και στα άδηλα της ψυχής και των παθών του.

Μπήκε με ευγένεια στα αθηναϊκά σπίτια, στα κουρεία και τα καφενεία, ύμνησε την πόλη του, την περπάτησε με το φως της ημέρας και τις σκιές της νύχτας, κατέγραψε τις ομορφιές και τις ασχήμιες της, δεν της γκρίνιαξε ποτέ. Την αγάπησε πολύ την Αθήνα ο Κουμανταρέας. Διακριτικά παρακολούθησε την ανάσα της και την ανάσα των κατοίκων της, απ' αυτούς άντλησε τα εργαλεία της τέχνης του. Αν και γόνος αστών, δεν απέτρεψε -τουναντίον, έστρεψε το βλέμμα στον απλό, τον "λαϊκό", όπως προτιμούσε να τον λέει, άνθρωπο και εικονογράφησε χαμηλόφωνα αλλά ευκρινώς τα μύχια της ψυχής του και "το πιο τίμιο, τη μορφή του".

"Είναι γνωστό ότι είμαι παιδί της αστικής τάξης. Είναι επίσης γνωστό ότι μου αρέσουν οι λαϊκοί άνθρωποι ερωτικά. Εφόσον η λογοτεχνία είναι από τη φύση της μια πράξη αριστοκρατική, αλλά που αποτείνεται σε λαϊκά στρώματα, βρίσκω την ευκαιρία να παντρέψω την καταγωγή μου με την καταγωγή όλων των Ελλήνων και ξένων που είναι λαϊκοί. Είμαι συμφιλιωμένος με αυτό που άλλοτε αποτελούσε ένα χάσμα στην ιδιοσυγκρασία μου κι ελπίζω αυτό να γίνεται φανερό με καλό τρόπο και στα γραπτά μου" μας έλεγε -πάνε αρκετά χρόνια- ο Μένης. Τότε κάπνιζε ακόμα, ο καρκίνος δεν είχε κάνει την εμφάνισή του, η Λιλή ζούσε ακόμα. Ακόμα η Αθήνα περπατιόταν άνετα. Η βία δεν έχει ακόμα κάνει τόσο αποτρόπαια την εμφάνισή της στους δρόμους και τις γειτονιές της. Ωστόσο το Σάββατο τα χαράματα δεν ήταν η πρώτη φορά που η βία χτύπησε την πόρτα του Μένη Κουμανταρέα. Πριν από δύο χρόνια ένας "φουσκωτός" με ξυρισμένο κεφάλι, όπως τον είχε περιγράψει ο ίδιος, είχε ασκήσει βία στον συγγραφέα. Βλέπετε ο συγγραφέας δεν έμενε "ήσυχος". Μιλούσε ανοιχτά για τα τέρατα της εποχής μας, παρά τα 83 του χρόνια, δεν αποτραβήχτηκε στο σπίτι του να γράφει τα βιβλία του, αλλά μιλούσε ανοιχτά, συμμετείχε στους "Βικτωριανούς", την ομάδα πολιτών - κατοίκων της πλατείας Βικτωρίας και τις εκδηλώσεις τους, ήταν παρών στα κοινωνικά δρώμενα.

Ο Μένης Κουμανταρέας γεννήθηκε το 1931 στην Αθήνα, εγκατέλειψε τις σπουδές στη Νομική και τη Φιλοσοφική και εργάστηκε μέχρι το 1981 σε ναυτιλιακές και ασφαλιστικές εταιρείες. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1962 με τη συλλογή διηγημάτων "Τα μηχανάκια", όπου ξεχώρισε αμέσως. Το μυθιστόρημά του "Αρμένισμα" τού χάρισε το πρώτο Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1967) και τέσσερις δίκες "περί άσεμνου δημοσιεύματος". Στα δικαστήρια στάθηκε στο πλευρό του η διανόηση της εποχής. Από τους πρώτους ο Τσίρκας, που έγινε αφορμή να μετακομίσει στον "Κέδρο", αλλά και ο Τσάτσος. Τη μάνητα της χούντας γνώρισε και με τη συμμετοχή του στα "18 Κείμενα". Ωστόσο ο ίδιος κρατήθηκε μακριά από πολιτικο-κομματικούς οργανισμούς.

Αποτύπωμα εποχής αλλά και σταθμός στην πορεία του συγγραφέα, η "Βιοτεχνία Υαλικών" (1975) του χάρισε ένα ακόμα Κρατικό Βραβείο, ενώ η τρυφερή "Κυρία Κούλα" ιχνογράφησε τις λεμπερές εκρήξεις των ταπεινών ψυχών. "Ο ωραίος λοχαγός" της φθαρτότητας και της διαφθοράς (1982) αλλά και ο κόσμος του ποδοσφαίρου και του περιθωρίου στη "Φανέλα με το 9", που μετέφερε στη μεγάλη οθόνη ο Παντελής Βούλγαρης, εδραίωσαν την συγγραφική του παρουσία. Μέχρι το "Δυο φορές Έλληνας", που το 2002 του χαρίζει το τρίτο Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, παρεμβάλλονται αλλά και ακολουθούν "Τα καημένα" (1972), "Το κουρείο" (1979), "Πλανόδιος σαλπιγκτής" ((1989), "Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω" (1996), "Η συμμορία της άρπας" (1998), "Η μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα" (1999), "Νώε" (2003), "Η γυναίκα που πετάει" (2006), "Το show είναι των Ελλήνων" (2008), "Σ' ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά" (2009), "Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ" (2011), "Θάνατος στο Βαλπαράιζο" (2013).

Τα συλλυπητήριά του εξέφρασε ο υπουργός Πολιτισμού για τον θάνατο του Μένη Κουμανταρέα σημειώνοντας ότι «ο τραγικός θάνατος του στέρησε την ελληνική λογοτεχνία από έναν από τους κορυφαίους πεζογράφους της και τη χώρα από έναν ενεργό πολίτη.

Η ΕΕΚΕ Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ σε ανακοίνωσή της τονίζει: "Η απώλειά του αφήνει ένα μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό στα ελληνικά γράμματα. Ευπροσήγορος και εξαιρετικά ευγενής άνθρωπος, υπήρξε, ως συγγραφέας, επί 52 χρόνια, πάντοτε ενεργός στα πνευματικά πράγματα και παρών σε όλα τα κοινωνικά ζητήματα του τόπου".

Το Τμήμα Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ υπογραμμίζει ότι ο Μένης Κουμανταρέας "με το ιδιαίτερο προσωπικό του ύφος, ισορροπώντας δεξιοτεχνικά μεταξύ βιώματος και μυθοπλασίας, μεταξύ ρεαλισμού και ποίησης, κατάφερε να συνδέσει τη μεγάλη Ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας με τις μικρές ιστορίες των απλών ανθρώπων" και σημειώνει ότι: "Η άγρια δολοφονία του, πέρα από τα εγκληματικά χαρακτηριστικά της, εικονογραφεί τη διευρυνόμενη βία που τυλίγει σταδιακά την ελληνική κοινωνία, εικονογραφεί την εξάλειψη ρυθμιστικών πολιτισμικών κωδίκων, εικονογραφεί έμμεσα μια πολιτική τύφλωση που ανάγει τον οικονομισμό σε εργαλείο κοινωνικής ισορροπίας, κινητοποιώντας τα πιο βίαια, διωκτικά, δολοφονικά ορμέμφυτα. Το έγκλημα ελπίζουμε να διαλευκανθεί, η πολλαπλή, όμως, απώλεια για την κοινότητα των πνευματικών ανθρώπων και κυρίως για τη λογοτεχνία και τη σκέψη δεν πρόκειται να αποκατασταθεί".

Τη θλίψη τους εξέφρασαν επίσης η Εταιρεία Συγγραφέων και ο ΟΣΔΕΛ και η εκδότριά του Άννα Πατάκη.

Πόλυ Κρημνιώτη

info:

Η Αθήνα αποχαιρετά τον συγγραφέα της σήμερα στις 2 το μεσημέρι στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, όπου η οικογένεια, οι φίλοι, οι ομότεχνοι αποχαιρετούν τον συγγραφέα της Αθήνας. Η κηδεία του γίνεται με δαπάνη του Δήμου Αθηναίων "ως ελάχιστος φόρος τιμής στον σπουδαίο πεζογράφο που έζησε, αγάπησε και έγραψε όπως κανένας άλλος για την πόλη της Αθήνας".

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0