Live τώρα    
55ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης / Ερεθιστικά ζωντανός ο ελληνικός κινηματογράφος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

55ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης / Ερεθιστικά ζωντανός ο ελληνικός κινηματογράφος

Η «ντίβα» της φετινής διοργάνωσης του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είναι σίγουρα η Χάνα Σιγκούλα

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΑΠΟΣΤΟΛΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ

Κόντρα στην ανυπαρξία ουσιαστικής στήριξης από την πολιτεία, που αναζητεί τον πολιτισμό μονάχα σε ανασκαφές, ο ελληνικός κινηματογράφος εξακολουθεί να αποσπά εγκωμιαστικά σχόλια, κυρίως στο εξωτερικό, όπου και να προβάλλεται, χάρη στη δουλειά μοναχικών -όσο ποτέ άλλοτε- νέων δημιουργών. Εδώ στη Θεσσαλονίκη, αναγκαστικό, αλλά όχι ευχάριστο, θέμα συζήτησης μεταξύ των Ελλήνων κινηματογραφιστών, ανάμεσα στις προβολές των ταινιών, ήταν οι εξελίξεις στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, με την υποψηφιότητα του Χάρη Παπαδόπουλου, το όνομα του οποίου συνδέεται με έντονα συγκρουσιακές, διχαστικές καταστάσεις στον χώρο του ελληνικού κινηματογράφου. Ακριβώς τη στιγμή που η οικονομική κρίση φάνηκε να αφήνει σε δεύτερο πλάνο τις αντιπαραθέσεις, η συγκεκριμένη πρόταση φαίνεται να τις επαναφέρει στο προσκήνιο...

Στη "Νορβηγία", πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Βεσλεμέ, που συμμετέχει στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του φετινού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, "επιστρέφουμε" στην παράδοξη ελληνική παρακμή της δεκαετίας του '80, με έναν βρικόλακα (Βαγγέλης Μουρίκης) να φτάνει στην Αθήνα αναζητώντας εφήμερες απολαύσεις στην ντίσκο Ζαρντόζ... Συναντά μια μυστηριώδη γυναίκα (Αλεξία Καλτσίκη) και παρασύρεται από τη γοητεία της. Ο σκηνοθέτης στήνει ένα εντελώς προσωπικό στην αισθητική του, μη ρεαλιστικό σύμπαν, το οποίο "ντύνει" με τη μουσική που υπογράφει ως Felizol. Κινείται σε ένα κινηματογραφικό ύφος που οργανώνεται ως μείγμα κινηματογραφικών ειδών και αυτό αποτελεί ταυτόχρονα τη γοητεία αλλά και την αδυναμία της ταινίας...

Στο "Forget me not" του Γιάννη Φάγκρα, επίσης στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα, ο Γιάννης Στάνκογλου περιπλανιέται από τη Νέα Ορλεάνη ώς την Αλάσκα, μακριά από την Ελλάδα, όπου βρίσκεται η παλιά αγαπημένη του (Αλίκη Δανέζη-Κνούτσεν), η οποία με ένα ιντερνετικό μήνυμα τον διεκδικεί, ξεκάθαρα, χωρίς δισταγμούς... Δεν θα γίνει μια νέα Πηνελόπη να περιμένει υπομονετικά τον Οδυσσέα της, θα πάρει κι εκείνη τον δρόμο για την "άκρη του κόσμου", προκειμένου να τον συναντήσει.

Ο Γιάννης Φάγκρας πέρασε τη δική του, προσωπική Οδύσσεια τα τελευταία δέκα χρόνια προκειμένου να γυρίσει αυτή την ταινία, σαν συνέχεια του εντυπωσιακού ντεμπούτου του με το φιλμ «Πες στη μορφίνη ακόμα την ψάχνω» (2001). Ωστόσο, τα πολλά προβλήματα που είχε η παραγωγή, η μεγάλη χρονική διάρκεια στην οποία ενεπλάκησαν οι συντελεστές, "γράφουν" στο σώμα της ταινίας: η αφήγηση είναι εντελώς αποδιαρθρωμένη, παρά τη γοητεία των εικόνων και την ουσιαστική συμβολή της σαγηνευτικής μουσικής του Άκη Καπράνου. Ίσως μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση στο μοντάζ της ταινίας, μια αφηγηματική αναδόμηση που θα λάμβανε σοβαρά υπόψη της τον θεατή να έλυνε αρκετά από τα προβλήματα που εμφανίζονται αυτή τη στιγμή στο "Forget me not".

Η "ντίβα" της φετινής διοργάνωσης του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είναι σίγουρα η Χάνα Σιγκούλα, πρωταγωνίστρια σε πολλές από τις ταινίες του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, που ήρθε εδώ, στο 55ο Φεστιβάλ, για να μας παρουσιάσει τις δικές της κινηματογραφικές αναζητήσεις: Κατά την προβολή των ταινιών της, είπε στο κοινό ότι δεν θα πρέπει να αναζητά την τελειότητα σε αυτές τις κινηματογραφικές προσπάθειές της. «Δεν με νοιάζει η τελειότητα, οι ταινίες αυτές έγιναν εντελώς χειροποίητα, με ό,τι υλικό συνέλεγα». Η ταινία της "Εγώ και ο σωσίας μου" βασίζεται σε λογοτεχνικά κείμενα του σπουδαίου συγγραφέα Βιτόλντ Γκόμπροβιτς. «Προσπάθησα να συλλάβω τις λέξεις που έγραψε κάποιος άλλος και με τις οποίες ταυτίστηκα και υπήρξαν μαγικές για τη ζωή μου», μας είπε η Χάνα Σιγκούλα.

Αν και ανήκει στη γενιά που μεγάλωσε αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και δεν υπήρχε πραγματικός λόγος για να νιώθει ένοχη, «ωστόσο αισθανόμουν ένοχη. Η δράση των ναζί σημάδεψε όλο τον κόσμο. Ήταν τρομερό βάρος αυτή η κληρονομιά». Αναφερόμενη στο γεγονός ότι εξοντώθηκαν τόσοι πολλοί Εβραίοι της Θεσσαλονίκης από τους ναζί, η Χάνα Σιγκούλα είπε εδώ στο Φεστιβάλ: «Με κάνει να αισθάνομαι φριχτά αυτό. Πρόκειται για ένα κομμάτι της Ιστορίας που οι Γερμανοί της γενιάς μου δεν μπορούσαν να διαχειριστούν. Όμως δεν έχει νόημα να μένεις σε αυτό το συναίσθημα. Όποτε αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί να νιώθω 'καλύτερη'', αμέσως χτυπάει 'συναγερμός' μέσα μου και στοχάζομαι πάνω στα γεγονότα αυτά. Και οι Γερμανοί είναι άνθρωποι, όμως. Δεν είναι όλοι τέρατα. Ωστόσο, η ιστορία αυτή δείχνει το πώς οι άνθρωποι μετατρέπονται σε τέρατα όταν βρεθούν σε καταστάσεις κρίσης, απώλειας ή φτώχειας». Και συμπλήρωσε ότι νιώθει άβολα όταν ακούει κάποιον να λέει «Είμαι περήφανος για τη χώρα μου». «Νιώθω να φοβάμαι λίγο όταν το ακούω αυτό. Σκέφτομαι τη Γερμανία μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε ο στόχος ήταν να υπερτονιστεί η εθνική υπερηφάνεια. Κι αυτό είναι κάτι που δεν μου εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη, είναι κάτι που μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε φασισμό, εξτρεμισμό ή τρομοκρατία. Βλέπουμε ακραία κινήματα που θέλουν να σώσουν 'αυτό που χάθηκε'. Κάθε κρίση είναι μια μεγάλη ευκαιρία για να προχωρήσει κανείς μπροστά, αλλά είναι και ένας μεγάλος κίνδυνος να προσκολληθεί σε παλιές αντιλήψεις για το πώς ήταν η ζωή ή πώς θα έπρεπε να είναι. Εμείς, η γενιά μου, δεν θέλαμε να ταυτιστούμε με το παρελθόν μας. Εγώ ήθελα να είμαι οτιδήποτε άλλο παρά Γερμανίδα. Αυτό ήταν καλό, γιατί ήμουν πάντα ανοιχτή στο διαφορετικό...».

Σε ερώτηση για το πώς αντιμετωπίζει τον φόβο των γηρατειών, η Χάνα Σιγκούλα σχολίασε πως «υπάρχει μια ολόκληρη βιομηχανία που ζει με τον φόβο των γηρατειών, αλλά κανείς δεν θέλει να κάνει επέμβαση στην ψυχή του και να αφαιρέσει όσα δεν θέλει. Φυσικά, όταν μεγαλώνεις, δεν διαθέτεις πια σεξαπίλ, χάνεις αρκετά από τη φυσική σου κατάσταση. Δεν θέλεις να αποδεχθείς τη βαρύτητα που σε αλλάζει, αλλά πρέπει να το κάνεις. Εκτός κι αν καταλήξεις σε μια λύση όπως αυτή του Ντόριαν Γκρέι...».

Ο ιρανικής καταγωγής Αμερικανός σκηνοθέτης Ραμίν Μπαχράνι ανήκει επίσης στα τιμώμενα πρόσωπα του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Στο master class που έδωσε, θυμήθηκε την πρώτη παρουσία του στη Θεσσαλονίκη, το 2005, όταν απέσπασε το βραβείο κοινού για την ταινία του «Άντρας σπρώχνει καρότσι» με ήρωα τον Αχμάντ, πρώην τραγουδιστή στο Αφγανιστάν, ο οποίος είναι πια μετανάστης στη Νέα Υόρκη και πουλάει ντόνατ με το καρότσι του προκειμένου να κερδίσει λίγα χρήματα για το μέλλον του γιου του. "Με βοήθησε τότε πάρα πολύ εκείνη η βράβευση. Ήμουν άφραγκος και άστεγος και μόνο ένα κοινό όπως αυτό της Θεσσαλονίκης μπορούσε να το δώσει σε μία ταινία σαν τη δική μου. Πήρα 5.000 ευρώ μαζί με το βραβείο κι αυτό ήταν μεγάλη ευλογία για μένα. Έκανα τα γυρίσματα της επόμενης ταινίας μου, του 'Chop Shop' τότε και είχα τρεις φοιτητές για βοηθούς. Έβλεπα για το κάστινγκ 2.000 παιδιά, τα οποία ζούσαν στον δρόμο όπως και ο κεντρικός χαρακτήρας και δεν ήθελα να καταλάβουν οι φοιτητές μου ότι δεν είχα ούτε χρήματα ούτε σπίτι».

Ο σκηνοθέτης, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στις ΗΠΑ, αναφέρθηκε και στις ρίζες του, την ιρανική κουλτούρα, χρησιμοποιώντας στίχους του Τζελαλεντίν Ρουμί: "'Είμαι το ραβδί και είσαι η μπάλα. Όπου κι αν σε χτυπήσω πρέπει να πας. Όπου κι αν πας πρέπει να σε ακολουθήσω'. Η καταγωγή, με την έννοια της κουλτούρας του τόπου, είναι σημαντική, αλλά βλέπω και πολλά άλλα στοιχεία μέσα μου. Η καταγωγή μου απλώς τονίζεται επειδή το όνομά μου δεν είναι αμερικάνικο. Ωστόσο, νομίζω ότι η νέα γενιά δεν νοιάζεται ιδιαίτερα γι' αυτά τα πράγματα. Αν ενδιαφέρεσαι πολύ για την εθνικότητα κάποιου, ίσως σημαίνει ότι φοβάσαι...".

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0