Όταν το ταλέντο υπερισχύει θριαμβευτικά του φορέα του...
Ο πρόσφατος δίσκος της Marianne Faithfull «Give My Love To London» δεν είναι μόνον ένας από τους καλύτερους της αλλά και ένας από τους πιο ουσιώδεις και όμορφους της χρονιάς, όσον αφορά βέβαια στα ονόματα της γενεάς της. Και με το τελευταίο δεν εννοούμε τόσο ότι κοντεύει να κλείσει τα εξήντα επτά όσον αυτά που έχει περάσει ως ερμηνεύτρια και ακόμα περισσότερο σαν άνθρωπος και όταν μάλιστα έχει υποβάλλει – ή ακόμα και επιβάλλει – η ίδια τον εαυτό της στο μεγαλύτερο ποσοστό εξ αυτών...
Του Θάνου Μαντζάνα
Κάποιοι/ες γεννιούνται έχοντας ένα χάρισμα, ένα ταλέντο για κάτι, την μουσική εν προκειμένω και απλά περιμένουν το πλήρωμα του χρόνου για να το εκδηλώσουν και τελικά να το πραγματώσουν, κάποιοι άλλοι μπορεί να μην το διαθέτουν αλλά επιθυμούν τόσο πολύ να διακριθούν (όχι πάντα και απαραίτητα για να το «εξαργυρώσουν» σε χρηματικές απολαβές) σε αυτό τον χώρο ώστε προσπαθώντας πολύ σκληρά, κάποτε τόσο επίμονα και επίπονα που φτάνουν να βελτιώνουν τους εαυτούς τους σε θαυμαστό βαθμό, τελικά το κατορθώνουν. Η Marianne Faithfull ανήκει σε μια τρίτη και πολύ σπανιότερη κατηγορία...Επί της ουσίας ποτέ δεν ήθελε να γίνει διάσημη, ούτε καν επιτυχημένη στην μουσική ή σε οτιδήποτε άλλο, το μόνο που επιθυμούσε – όπως και κάθε άνθρωπος – ήταν να βρει την ευτυχία. Αποδείχθηκε όμως απόλυτα ακατάλληλη για αυτό, τόσο πολύ ώστε, σε ένα δεύτερο επίπεδο και πιθανότατα δίχως καν να το συνειδητοποιεί, αυτό που κατέληξε να επιζητεί ήταν μόνον η αυτοκαταστροφή της. Και ομολογουμένως σε αυτό τουλάχιστον τα κατάφερε κάτι περισσότερο και από καλά για το μισό περίπου της ζωής της, διάστημα αρκετό για οποιονδήποτε άλλον για να οδηγηθεί στην αποτυχία και την αυτοματαίωση του ως ανθρώπινο ον. Εκείνο όμως που δεν υπολόγιζε και εντέλει – ευτυχώς τόσο για την ίδια όσο και για εμάς τους μουσικόφιλους – της...ανέτρεψε τα σχέδια είναι ότι, αθέλητα και δίχως καν να το επιδιώξει, είχε το προαναφερθέν χάρισμα από την στιγμή που γεννήθηκε το οποίο, παρά τις αντιξοότητες, δεν την εγκατέλειψε ποτέ...
«Κόρη καλής οικογενείας»
Η Marianne Evelyn Faithfull γεννήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 1946 στο Λονδίνο σε μιαν οικογένεια που δεν ήταν απλά εύπορη αλλά αυτό που παλαιά αποκαλούσαν «αριστοκρατική». Ο πατέρας της ήταν ανώτατος στρατιωτικός - αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του στρατηγού! - και ταυτόχρονα καθηγητής ιταλικής λογοτεχνίας σε κολέγιο του Λονδίνου (όντως πολύ ασυνήθιστος συνδυασμός, για τα τότε αλλά και τα νυν δεδομένα!) ενώ η αυστριακής καταγωγής μητέρα της προερχόταν από την γνωστή οικογένεια των Φον Ζάχερ Μαζόχ η οποία ήταν συγγενής της δυναστείας των Αψβούργων αλλά και είχε αντιταχθεί στον Χίτλερ. Αδελφός του παππού της μητέρας της ήταν ο Λεοπόλδος Φον Ζάχερ Μαζόχ, συγγραφέας του κλασικού μυθιστορήματος «Η Αφροδίτη Με Τη Γούνα» (από το οποίο και με παραγωγή από το επώνυμο του προήλθε ο όρος μαζοχισμός) ενώ η ίδια, αν και έφερε τον τίτλο της βαρόνης τον οποίο μάλιστα κληρονόμησε και η Marianne, στα νεανικά της χρόνια ήταν μπαλαρίνα που μάλιστα είχε χορέψει και σε κάποιες παραστάσεις έργων των Bertolt Brecht και Kurt Weill και γνώρισε τον μετέπειτα σύζυγο της όταν εκείνος δρούσε ως μυστικός πράκτορας (!) της βρετανικής κατασκοπείας κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.
Η μεγαλοαστική λοιπόν οικογένεια της Marianne Faithfull δεν είχε μόνον αρκετά χρήματα αλλά και αξιόλογο πνευματικό επίπεδο, ακόμα και κάποιες καλλιτεχνικές καταβολές, κατά τα φαινόμενα όμως αυτό δεν έκανε την εσωτερική της δομή και λειτουργία λιγότερο συντηρητική, το αντίθετο μάλλον. Δεν είναι παράξενο λοιπόν ότι, αν και η Marianne πέρασε μια τυπική για την εποχή – και την τάξη της – παιδική και πρώιμη εφηβική ηλικία, ξαφνικά έκανε την, αρχικά «ήρεμη», επανάσταση της. Κάποιες ερασιτεχνικές εμφανίσεις της σαν folk τραγουδίστρια οδήγησαν στην «ανακάλυψη» της από τον μάνατζερ των Rolling Stones με συνέπεια το να μπει στον στενό κύκλο της «μεγαλύτερης rock ‘n' roll μπάντας στον κόσμο». Δεν άργησε να έρθει και η πρώτη μεγάλη της επιτυχία, το «As Tears Go By», γραμμένο από το δημιουργικό δίδυμο των R. S., τους Mick Jagger και Keith Richards (αν και προσωπικά θεωρούμε την λίγο μεταγενέστερη εκτέλεση του γκρουπ, φυσικά με την φωνή του Jagger, κατά πολύ ανώτερη). Παράλληλα είχε προλάβει να κάνει έναν πολύ σύντομης διάρκειας γάμο από τον οποίο απέκτησε έναν γιο και όλα αυτά πριν καν γίνει είκοσι ετών!
«Αδελφή Μορφίνη»
Η ερωτική της σχέση με τον Mick Jagger που ξεκίνησε λίγο αργότερα καθόρισε όσο οτιδήποτε άλλο την ζωή της, προσωπικά, μουσικά και από οποιαδήποτε άλλη πλευρά. Ήταν νέοι, εκείνη πολύ όμορφη και εκείνος ακατανίκητα «άσχημα γοητευτικός», χωρίς οικονομικά προβλήματα, ήδη πολύ δημοφιλείς και πρότυπα ενός καινούργιου, εναλλακτικού τρόπου ζωής, της λεγόμενης counterculture και άρα και για εκατομμύρια άλλους νέους της εποχής. Παράλληλα με την – σε πολύ χαλαρούς ακόμα ρυθμούς - μουσική της καριέρα η εντυπωσιακή ομορφιά της την βοήθησε να εξασφαλίσει και μερικούς κινηματογραφικούς ρόλους (η υποκριτική της διαδρομή συνεχίστηκε με πολύ πιο σοβαρό τρόπο αργότερα με λίγες μα εκλεκτές θεατρικές εμφανίσεις) αλλά ακόμα και κάποιες δουλειές ως μοντέλο.
Ο Jagger όμως μύησε την Faithfull σε πολλά και πριν απ΄ όλα σε έναν κόσμο παρακμής, μαζί του πέρασε από την μαριχουάνα την οποία είχε ήδη δοκιμάσει στα σκληρά ναρκωτικά, αρχικά κοκαΐνη και στη συνέχεια ηρωίνη. Η δική της επίδραση επάνω του ήταν πολύ πιο θετική καθώς υπήρξε, αν όχι η Μούσα του καθώς είναι πολύ δύσκολο για έναν ακραιφνώς εγωπαθή όπως ο Jagger να έχει τέτοια, αναμφίβολα η πηγή έμπνευσης για μερικά από τα ωραιότερα και πιο τρυφερά τραγούδια των R. S. όπως το «She's A Rainbow». Προς το τέλος της σχέσης τους, όταν αυτή γινόταν όλο και χειρότερη και είχε σχεδόν μετατραπεί στην αλληλοεξάρτηση δύο ανθρώπων εξίσου εξαρτημένων από ουσίες, ο Jagger έγραψε για τον κοινό εθισμό τους το μελαγχολικό ημι-θριαμβευτικό/ημι-παραδοχή της ήττας τους «Wild Horses» και λίγο αργότερα συνυπέγραψαν το τόσο θλιμμένο «Sister Morphine», κατά ένα μέρος αφιερωμένο στην ίδια την Faithfull και κατά ένα άλλο τον μελοποιημένο επικήδειο του πολύκροτου έρωτα τους.
Η σχέση τους έληξε και τυπικά τον Μάιο του '70 αλλά αν ο Jagger ήταν ένας διάσημος πολυεκατομμυριούχος που μπορούσε να αντιμετωπίσει εύκολα ακόμα και τον εθισμό του στα ναρκωτικά, πόσο μάλλον ένα χωρισμό, κάθε άλλο παρά ίσχυε το ίδιο και για την Faithfull. Ψυχολογικά στο ναδίρ, πλήρως εθισμένη στην ηρωίνη και απένταρη καθώς για πολύ καιρό ζούσε πολυτελώς ως άτυπη σύζυγος του Jagger και δίχως δικό της εισόδημα έφτασε μέχρι και να μείνει άστεγη (!) για κάποιο διάστημα. Γενικά η δεκαετία του '70, εξαιτίας των ναρκωτικών και όχι μόνον, ήταν ένας εφιάλτης για εκείνη τον οποίο η ίδια – και δικαιολογημένα μάλλον – σχεδόν δεν θυμάται, ούτε καν τους λίγους και μετριότατους δίσκους που κυκλοφόρησε αυτή την περίοδο.
Άρχισε να βγαίνει από την κόλαση το '79, όταν επιτέλους κατάφερε να ξεφύγει κάπως από τα ναρκωτικά και ταυτόχρονα κυκλοφόρησε το «Broken English», ένα από τα καλύτερα albums της πορείας της και αυτό που σηματοδότησε την «αναγέννηση» της ως ερμηνεύτριας. Όμως οι καταχρήσεις και μια πολύ σοβαρή λαρυγγίτιδα είχαν μετατρέψει την λαμπερή μέτζο σοπράνο νεανική φωνή της σε κοντράλτο και μάλιστα όχι απλά χαμηλή αλλά και ιδιαίτερα βραχνή, «θαμπή», κυριολεκτικά τσακισμένη...Ομως σιγά – σιγά τόσον η ίδια άρχισε να αισθάνεται πιο άνετα με την «σπασμένη» πια φωνή της και έτσι να την ελέγχει όλο και καλύτερα αλλά και ο κόσμος να την αποδέχεται ξανά και περισσότερο από το παρελθόν και αυτό την βοήθησε, σχεδόν στα τριάντα πέντε της πλέον, να βάλει κάποια τάξη στην ζωή της. Από τότε κυκλοφορεί δίσκους κατά μέσον όρο κάθε τρία χρόνια, στην πλειοψηφία τους με πολύ καλές επιλογές συνεργατών και γι' αυτό και υλικού οι οποίοι τυχαίνουν πολύ θετικής κριτικής αποδοχής και πουλούν αρκετά, τόσο τουλάχιστον ώστε – μαζί και με τις επιλεκτικές ζωντανές εμφανίσεις της - να μπορεί να βιοπορίζεται από αυτό που κάνει.
«Η τιμή της αγάπης...»
Από το 2000 περίπου βέβαια τόσον οι δισκογραφικές όσο και οι συναυλιακές παρουσίες της έγιναν πιο αραιές, σε μεγάλο βαθμό λόγω των μεγάλων προβλημάτων υγείας που συχνά αντιμετωπίζει, αφενός ως αποτέλεσμα των καταχρήσεων επί τόσα χρόνια αλλά και αρκετών ατυχημάτων που έχει πάθει. Γενικά και σε κραυγαλέα αντίθεση με τον κατά τρία χρόνια μεγαλύτερο της Jagger (ο οποίος, σαν άλλος Ντόριαν Γκρέι, δείχνει να έχει συνάψει συμβόλαιο με τον διάβολο ώστε να είναι σχεδόν αγέραστος!) ο χρόνος στάθηκε πολύ σκληρός με την Faithfull, η πάλαι πότε πανέμορφη Ηγερία του «swinging London» έχει πάρει αρκετά παραπάνω κιλά και δείχνει αισθητά μεγαλύτερη από την ηλικία της.
Όλα αυτά όμως παράδοξα δεν την εμποδίζουν καθόλου από το να κυκλοφορεί δίσκους όπως το «Give My Love To London» στο οποίο μάλιστα υπογράφει η ίδια τους στίχους αρκετών τραγουδιών όπως του ομότιτλου, ενός σχεδόν συγκινητικού φόρου τιμής στην πόλη που γεννήθηκε και αγάπησε όσο καμία άλλη και με την βραχνή φωνή της πιο «καπνισμένη» και θαμπή από ποτέ. Για άλλη μια φορά συνεργάζεται με τους καλύτερους, ένα τραγούδι της έχει γράψει ο παλαιός της φίλος Leonard Cohen μαζί με τον συνεργάτη του στον τελευταίο του δίσκο Patrick Leonard, άλλο ένα ο Nick Cave ενώ σε ένα ακόμα έγραψε την μουσική επάνω σε δικούς της στίχους, ένα ο Roger Waters (!) και δύο άλλα υπογράφουν αντίστοιχα οι Ed Harcourt και Tom McRae. Θα σταθούμε όμως ιδιαίτερα στις δύο «σημαδιακές» διασκευές του album, το «The Price Of Love» των Everly Brothers και, ακόμα περισσότερο, το κλασικό «I Get Along Without You Very Well» του Hoagy Carmichael που το κλείνει.
Σε ποιον ή τι άραγε να λέει η Marianne Faithfull ότι «μπορώ να ζήσω πολύ καλά χωρίς εσένα»; Στον Jagger, σε κάθε άντρα της ζωής της, στα ναρκωτικά, σε όλα αυτά ταυτόχρονα; Το μόνο σίγουρο είναι ότι, ακόμα και αν το ήθελε, δεν θα μπορούσε να το πει στο ερμηνευτικό της χάρισμα το οποίο, ακόμα και αν προσπάθησε, δεν κατάφερε ποτέ να «σκοτώσει». Γιατί παρατηρώντας την διαδρομή αυτής της τόσο βασανισμένης και συνάμα απερίσκεπτης γυναίκας δεν μπορείς να μην διαπιστώσεις ότι, ενάντια στις συνθήκες και κόντρα στις καθόλου ευνοϊκές συγκυρίες, ήταν αυτό το ταλέντο και μόνο που στην κυριολεξία της έσωσε την ζωή...Μαζί ίσως και με την επίσης αυθόρμητη διαπίστωση ότι ο Mick Jagger τελικά ήξερε να επιλέγει ερωτικές συντρόφους ή, πιο απλά, να διακρίνει αμέσως ένα χάρισμα που και ο ίδιος διέθετε στο έπακρο!