Live τώρα    
Στα χνάρια του Ηλία Καζάν ο Φατίχ Ακίν
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Στα χνάρια του Ηλία Καζάν ο Φατίχ Ακίν

Γεννημένοι, ο Καζάν στην Πόλη το 1909 από Έλληνες γονείς και ο Ακίν στο Αμβούργο το 1973 από Τούρκους γονείς, έχουν και οι δυο στιγματιστεί από την προσφυγιά, σε εντελώς διαφορετικούς χρόνους και με διαφορετικούς όρους, βιώνοντας τον ξεριζωμό και την επανένταξη σε ξένο τόπο, ακόμα και μέσα από τις οικογενειακές αφηγήσεις

Της Ιφιγένειας Καλαντζή

Από την πρώτη προβολή της στο φετινό φεστιβάλ Βενετίας, η Μαχαιριά του Φατίχ Ακίν μοιραία αντιπαραβάλλεται με το Αμέρικα, Αμέρικα, του Ηλία Καζάν, ο οποίος βρίσκεται ξανά στην επικαιρότητα με το αφιέρωμα της Ταινιοθήκης της Ελλάδος στο έργο του. Δυο ταινίες τόσο μακριά και τόσο κοντά, με βασικό θέμα την οδύσσεια του πρωταγωνιστή τους, από τα βάθη της Τουρκίας μέχρι την Αμερική, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Γεννημένοι, ο Καζάν στην Πόλη το 1909 από Έλληνες γονείς και ο Ακίν στο Αμβούργο το 1973 από Τούρκους γονείς, έχουν και οι δυο στιγματιστεί από την προσφυγιά, σε εντελώς διαφορετικούς χρόνους και με διαφορετικούς όρους, βιώνοντας τον ξεριζωμό και την επανένταξη σε ξένο τόπο, ακόμα και μέσα από τις οικογενειακές αφηγήσεις. Ο πρώτος βρέθηκε στην Αμερική από 4 ετών, όπου μεγαλούργησε, ιδρύοντας το περίφημο «Άκτορς Στούντιο», τη δεκαετία του '50, που ανέδειξε, μέσα απ' τις ταινίες του, ηθοποιούς όπως οι Τζέιμς Ντιν και Μάρλον Μπράντο. Ο δεύτερος, στα σαράντα του, σε μια εποχή αναβίωσης της μετανάστευσης, στρέφει το βλέμμα στο προσφυγικό παρελθόν της Αμερικής.

Πρώτο όνομα στο Χόλιγουντ, ο Καζάν ανέπτυξε ένα μαχητικό στυλ ρεαλισμού, μέσα από καλοδουλεμένα σενάρια που χτίζουν δυνατούς χαρακτήρες. Σε εποχή γενικότερης αμφισβήτησης, προκαλεί το αμερικανικό κατεστημένο με ταινίες που θίγουν το ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και τη διαφθορά στα συνδικάτα. Περήφανος για τις ρίζες του, κινηματογραφεί το 1963 το αριστουργηματικό Αμέρικα, Αμέρικα, βασισμένο στην ιστορία του θείου του.

Ο Ακίν στράφηκε γρήγορα σε ένα ανθρωποκεντρικό, μαχητικό σινεμά, για τις μειονότητες και τους μετανάστες στη Γερμανία, με θέματα ταμπού, όπως η θέση της γυναίκας, το κουρδικό ζήτημα και η γενοκτονία των Αρμενίων, επιδεικνύοντας πείσμα και δυναμισμό αντίστοιχα με τον Καζάν.

Ο ήρωας του Καζάν ξεκινάει στα τέλη του 19ου αιώνα απ' τα βάθη της Ανατολίας, όπου οι μειονότητες Ελλήνων και Αρμενίων στενάζουν κάτω από το ζυγό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με πολιτικό προσανατολισμό, ο σκηνοθέτης παρακολουθεί τα δεινά του ήρωά του, που μετά από περιπέτειες, καταλήγει στη γη των ονείρων του, να στοιβάζεται για διαλογή στο Λονγκ Άιλαντ, με τους άλλους πρόσφυγες. Ο νεαρός τότε Στάθης Γιαλελής με το διαπεραστικό, σπινθηροβόλο βλέμμα του τα δίνει όλα ως πρωταγωνιστής.

Σε πλήρη αντίθεση βρίσκεται ο ήρωας του Ακίν, σε μια ταινία που μοιάζει να μην έχει κέντρο βάρους. Δίχως στιβαρή σεναριακή στήριξη, ο Γαλλο-αλγερινός Ταχάρ Ραχίμ περιπλανιέται δίχως φωνή, ως φάντασμα, από τον Λίβανο στην Κούβα και στις ΗΠΑ, σε μια άνευρη και αποστασιοποιημένη ερμηνεία, καθώς βασικός στόχος του Ακίν είναι η ανάδειξη, μέσα από το σινεμά, μιας γενοκτονίας που δεν έχει καταγράψει η επίσημη Ιστορία και δεν χρειάζεται παρά περιηγητή στα ιστορικά συμβάντα. Θίγει ωστόσο τη μετατροπή του μεταναστευτικού ρεύματος στην Αμερική σε δεξαμενή τροφοδοσίας του εργατικού προλεταριάτου της, ανοίγοντας τον φακό του στις αχανείς εκτάσεις του Νέου Κόσμου, σε αντίθεση με τον Καζάν που επιστρέφει για τα γυρίσματα στα πάτρια εδάφη.

Αναζητώντας τις κόρες του, ο Αρμένιος ήρωας του Ακίν επιβιώνει ως μούτσος και λαντζιέρης, όπως και ο ήρωας του Καζάν, ενώ γίνεται εργάτης σιδηροδρόμων πλάι στο εξαθλιωμένο πολυεθνικό προλεταριάτο, που θεμελίωσε την αμερικάνικη υπερδύναμη. Έτσι, ο Ακίν επαναφέρει στο σινεμά και μια θεματολογία με εργατικά ζητήματα, που είχε θίξει η γενιά του Βάιντα, σε ταινίες όπως η Γη της επαγγελίας (1975).

Αμέρικα, Αμέρικα και Μαχαιριά

Στο Αμέρικα, Αμέρικα, που προτάθηκε για τέσσερα Όσκαρ, τα εκπληκτικά κουστούμια, τα σκηνικά και το στήσιμο των πλάνων, αναδεικνύουν ένα λυρισμό, δημιουργώντας μια ρεαλιστική ατμόσφαιρα εποχής, με πορτρέτα λαϊκών φυσιογνωμιών, επιρροής ιταλικού νεορεαλισμού.

Η Μαχαιριά, φιλόδοξη υπερπαραγωγή εποχής, παρουσιάζει τηλεοπτική αισθητική μελοδράματος, τύπου Τζεφιρέλι, ωστόσο οι σκηνές με τον σαπουνοποιό μαρτυρούν επιμελημένη αισθητική τύπου Καζάν. Ο Ακίν μοιάζει να θέλει να τα πει όλα. Ξεκινώντας με τις σκληρές σκηνές σφαγής στον προσφυγικό καταυλισμό των Αρμενίων, αγγίζει μια δραματοποίηση αντίστοιχη με τους πίνακες νεοκλασικιστών ζωγράφων, επιδιώκοντας να συνδέσει αποτελεσματικά στο συλλογικό υποσυνείδητο μια βίαιη κινηματογραφική εικόνα με τη μη αναγνωρισμένη μέχρι σήμερα γενοκτονία, προσδίδοντας ιστορική εγκυρότητα σε μια ρεαλιστική κινηματογραφική μυθοπλασία, κατά τα πρότυπα του Χόλιγουντ.

Σημαντική συνιστώσα και στις δύο ταινίες αποτελεί η μουσική. Ο λυρισμός της ταινίας του Καζάν συμπληρώνεται μοναδικά απ' τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, με όργανα παραδοσιακής ακουστικής, όπως το σαντούρι και η νοσταλγικής διάθεσης φυσαρμόνικα, αλλά και τα γνωστά τραγούδια «Αστέρι του Βοριά» και «Μια παναγιά».

Ενδιαφέρουσα είναι και η πρωτότυπη μουσική με αναχρονιστικές ροκ πινελιές ηλεκτρικού μπάσου στη διασκευή ενός παραδοσιακού αρμένικου νανουρίσματος ως βασικό μοτίβο της ταινίας του Ακίν.

Ωστόσο, το διαφορετικό πλαίσιο εποχής, στο οποίο ανδρώθηκε και δημιούργησε με τον δικό του τρόπο καθένας από τους δύο σκηνοθέτες, οδηγεί σίγουρα σε διαφορετικούς χειρισμούς και αποτελέσματα, που δεν υπόκεινται υποχρεωτικά σε σύγκριση.

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός, κριτικός κινηματογράφου

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0