Στον σημερινό υπερ-καταναλωτικό κόσμο του ύστερου καπιταλισμού, όπου τα πάντα κινούνται στη σφαίρα του θεαθήναι και γι' αυτό οι κάθε είδους επέτειοι θεωρούνται κάτι πολύ σημαντικό, το γεγονός και μόνον ότι ο Leonard Cohen κυκλοφόρησε καινούργιο δίσκο την ημέρα που συμπλήρωσε τα ογδόντα χρόνια του προκάλεσε μια μικρή διεθνή μιντιακή φρενίτιδα. Σαν η ουσία να είναι ότι μπορεί ακόμα να κάνει έναν δίσκο σε αυτή την ηλικία και όχι το αν αυτός ο δίσκος αξίζει και κυρίως τι έχει να πει...
του Θάνου Μαντζάνα
Ο κόσμος βλέπετε, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του τουλάχιστον, δεν έχει καταφέρει να κατανοήσει παρά ελάχιστα τον Leonard Cohen, τον άνθρωπο, τον δημιουργό και το έργο του. Αν το είχε κάνει θα ήξερε ότι αυτό το «αίνιγμα» της σύγχρονης μουσικής έχει πολλές πλευρές και τις περισσότερες τουλάχιστον φορές εκείνη που φαίνεται δεν είναι απαραίτητα και αυτή που ισχύει, πολύ λιγότερο δε η πιο σημαντική. Και ίσως η σημαντικότερη όλων είναι ότι ο Leonard Cohen δεν επέλεξε όπως τόσοι πολλοί άλλοι να ενταχθεί στο σύστημα – της μουσικής και όχι μόνον – ούτε όμως και όπως αρκετοί σύγχρονοι του της δεκαετίας του '60 να «πουλήσει» ανέξοδα χιπισμό ή και «επανάσταση» μένοντας έξω από αυτό ή ακόμα και στις παρυφές του. Το τι έκανε το περιέγραψε με υποδειγματική σαφήνεια και ουκ ολίγη ευφυία ο ίδιος στο τραγούδι του «First We Take Manhattan»:
Με καταδίκασαν σε είκοσι χρόνια πλήξης
Επειδή προσπάθησα να αλλάξω το σύστημα εκ των έσω
Αλλά έρχομαι τώρα για να τους ανταμείψω
Πρώτα καταλαμβάνουμε το Μανχάταν και μετά το Βερολίνο...
Ο διανοούμενος με την κιθάρα
Leonard Cohen, απλά ένας «σύγχρονος και ανάλογος του Bob Dylan»; Μια από τις πολλές λανθασμένες, άδικες και παραπλανητικές εκτιμήσεις αναφορικά μα αυτόν...Καναδός που υιοθέτησε ως χώρα του την Αμερική χωρίς όμως ποτέ να «ενσωματωθεί» σε αυτήν και στη συνέχεια έγινε αληθινός πολίτης του κόσμου (ένα από τα αρκετά μέρη στα οποία έζησε ήταν και η Ύδρα όπου διατηρούσε εξοχικό στην δεκαετία του ‘'60). Πτυχιούχος φιλολογίας με πρώτη και μεγαλύτερη αγάπη του τον γραπτό λόγο, ποίηση αλλά και πεζογραφία και επιτυχημένος συγγραφέας (δέκα πέντε συνολικά μέχρι τώρα βιβλίων) πολύ πριν αρχίσει την πορεία του στην μουσική τo 1967 που στον μισό σχεδόν αιώνα διάρκειας της απαριθμεί μόλις δέκα τρεις δίσκους. Τέλος αν και κυριότερη πηγή έμπνευσης του και κεντρικό θέμα του είναι η υπαρξιακή αγωνία έχει γράψει θαυμάσια ερωτικά τραγούδια σε μερικά από τα οποία δεν δίστασε να δώσει για τίτλους τα ονόματα των γυναικών που το πέρασμα τους από την ζωή του άφησε τόσο βαθιά σημάδια ώστε να του τα εμπνεύσουν! Από την άλλη όμως υποφέρει από κατάθλιψη από πολύ νεαρή ηλικία, κάτι που ήταν ίσως και ένας από τους παράγοντες οι οποίοι τον ώθησαν από την δεκαετία του ‘70 να ασχοληθεί με τον βουδισμό ζεν με αποκορύφωμα την απομόνωση του σε ένα ανάλογο μοναστήρι για μερικά χρόνια στο τέλος της δεκαετίας του '90 κατά την διάρκεια της οποία μάλιστα φρόντιζε (ουσιαστικά γηροκομούσε!) τον δάσκαλο και πνευματικό του πατέρα Kyozan Joshu Sasaki που πεθανε το 2004 σε ηλικία ενενήντα πετά ετών. Είναι ο ίδιος στον οποίο αφιέρωσε – δέκα χρόνια αργότερα – με αμέριστο σεβασμό τον τελευταίο, πρόσφατο δίσκο του...
Κοιτάζοντας στο βάθος του μεγάλου κενού
Στις 21 Σεπτεμβρίου λοιπόν, ημέρα των ογδοηκοστών γενεθλίων του, ο Leonard Cohen κυκλοφόρησε τον δέκατο τρίτο κατά σειρά δίσκο του. Και αν λένε πολύ σωστά ότι «δεν μπορείς να κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο του» στην περίπτωση ενός δίσκου – έστω CD – είναι αδύνατο να μην ξεκινήσεις από το εξώφυλλο, πριν ακόμα τον ακούσεις. Στο συγκεκριμένο δεν μπορείς να μην προσέξεις πρώτα απ' όλα τα ίχνη που πλέον έχει αφήσει το πέρασμα του χρόνου στο σώμα του Cohen, το μπαστούνι στο χέρι, το σχεδόν οστεώδες πρόσωπο και ένα μουσάκι που ομολογουμένως δεν τον κολακεύει ιδιαίτερα...Κάποια πράγματα όμως δεν έχουν αλλάξει καθόλου, το κομψότατο κουστούμι του, το ότι παραμένει «αρχοντάνθρωπος», η έστω και «ηλικιωμένη» πλέον εντονότατη γοητεία ενός τυπικά «ασχημάντρα» και κυρίως η έμφυτη ευγένεια, το σπινθηροβόλο βλέμμα που ακτινοβολεί υψηλή ευφυία, το υπομειδίαμα, πιο υπαινικτικά ειρωνικό από ποτέ, ίσως γιατί πλέον συνειδητοποιεί ακόμα περισσότερο την ματαιότητα της κάθε φθαρτής ύλης, ακόμα και της ίδιας του της ύπαρξης (όχι όμως και του έργου του!) και η διάχυτη σε κάθε εκατοστό του πρόσωπου του και πιο ήρεμη και κατασταλαγμένη από οποτεδήποτε στο παρελθόν σοφία, η σοφία κάποιου που έζησε πολλά και μέσα από αυτά κατάλαβε και προπαντός έμαθε ακόμα περισσότερα.
Στη συνέχεια το μάτι σου τραβάει ο τίτλος, σε πρώτη ανάγνωση ο πιο παράδοξος που έχει δώσει ποτέ σε δίσκο του και, όπως το συνηθίζει τις περισσότερες φορές, χωρίς την παραμικρή αναφορά σε κανένα από τα τραγούδια. «Popular Problems», όταν οι περισσότεροι τραγουδούν για πράγματα δημοφιλή στον πολύ κόσμο ο Cohen άδει για «Δημοφιλή Προβλήματα»; Μέχρι που συλλαμβάνεις την αληθινή έννοια αυτού του «δημοφιλή», δεν είναι παρά τα πιο κοινά προβλήματα, αυτά που προκαλούν μόνοι τους οι άνθρωποι, όλοι μας, του εαυτού του μη εξαιρουμένου.
Το περιεχόμενο λοιπόν του δίσκου δεν θα μπορούσε παρά να είναι άλλο από αυτά τα κοινά, τόσο συνηθισμένα και διαχρονικά προβλήματα της ανθρωπότητας...συν κάποιες προτάσεις του για το πως μερικά από αυτά μπορούν να επιλυθούν ή έστω να διορθωθούν. Μια τέτοια πρόταση είναι ήδη ένα γενναίο και αξιοθαύμαστο δείγμα αυτεπίγνωσης, η παραδοχή του ότι οι φυσικές του δυνάμεις δεν του επιτρέπουν πια να παίζει ο ίδιος κιθάρα (και μερικά ακόμα όργανα όταν η ανάγκη το καλούσε) όπως ακανέ ακόμα και στον προηγούμενο δίσκο του, μόλις δύο χρόνια πριν. Καθώς λοιπόν ως αυτοδίδακτος μουσικός συνέθετε πάντα τα τραγούδια του παίζοντας παρέδωσε αυτή τη φορά την ευθύνη στον επί χρόνια σταθερό συνεργάτη του Patrick Leonard υπογράφοντας ο ίδιος την μουσική μόνον ενός τραγουδιού. Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Leonard κυριολεκτικά υπερέβη τον εαυτό του ως απλά ευσυνείδητου επαγγελματία, κυρίως παραγωγού και λιγότερο συνθέτη, τα τραγούδια που έγραψε και επίσης εκτέλεσε μόνος του – με πολλές σαγηνευτικές πινελιές κυρίως από την jazz αλλά και από το blues – «ταιριάζουν σαν γάντι» στην πιο χαμηλή από ποτέ λόγω ηλικίας βαρύτονη φωνή του Cohen.
Οι στίχοι όμως προφανώς δεν θα μπορούσαν να είναι κανενός άλλου....Η αρχή γίνεται με το «Slow», ένα τραγούδι που αποτυπώνει ένα κομβικό σημείο της φιλοσοφίας του, απηχώντας την μαθητεία του στο ζεν αλλά και, παράδοξα ίσως, πολύ κοντινό στο αρχαιοελληνικό ρητό «σπεύδε βραδέως». Και ακολουθεί ένας κατάλογος αρκετών από τα προαναφερθέντα «κοινά προβλήματα», η βία, η αδικία και η δυστυχία που προκαλεί άνθρωπος σε άνθρωπο, η περιφρόνηση μας προς την φύση και οι καταστροφές που ανακύπτουν εξαιτίας αυτής, η νοσταλγία και οι αναμνήσεις ως απέλπιδα προσπάθεια να κρατήσουμε κάτι από τα ερείπια που αφήνει πίσω του ο χρόνος αντί για τα ελάχιστα που αξίζει να παραμείνουν, ο αληθινός μας εαυτός που σχεδόν κανένας δεν βλέπει και δεν γνωρίζει ποτέ και τέλος – παρά την ηλικία του – ;λίγα ερωτικά τραγούδια ή μάλλον για την ζωογόνα αίσθηση του έρωτα και την οδυνηρή απώλεια της.
Κατά τη γνώμη μας δεν πρόκειται για το «υστερόγραφο» του Cohen. Αυτό το έγραψε και το κατέθεσε περισσότερα από δύο δεκαετίες πριν με τον δίσκο του 1992 που είχε τον προφητικό και εμβληματικό τίτλο «The Future» και το οποίο ακολούθησε «σιωπή» εννέα ολόκληρων χρόνων, η μακρότερη στην διαδρομή του, σε σημείο που πολλοί είχαμε πιστέψει ότι δεν θα κυκλοφορούσε άλλον δίσκο. Στο ομότιτλο τραγούδι εκείνου του album (το οποίο επίσης περιείχε και το πιο ευθύ πολιτικό του σχόλιο, το «Democracy») απλά προειδοποιούσε: «Είδα το μέλλον αδελφέ μου/Και είναι δολοφονία»!
Τι είναι λοιπόν το «Popular Problems»; Κατά μιαν έννοια ο πρώτος «τόμος» των «απομνημονευμάτων» του γερο – Len καθώς για εκείνον είναι πλέον ορατό το οριστικό τέλος, δεν γνωρίζει φυσικά πότε ακριβώς θα έρθει και γι' αυτό και το πόσους ακόμα τέτοιους «τόμους» θα μας δώσει. Στον έναν που ήδη πρόλαβε πάντως χαίρεται για το ότι δεν θα ζήσει για πάρα πολύ σε αυτό το τόσο ζοφερό μέλλον το οποίο περιέγραψε με ανατριχιαστική ακρίβεια τόσα χρόνια πριν και μας δείχνει κάποιους τρόπους για να μην καταλήξουμε ολοσχερώς σε αυτό ή τουλάχιστον να απαλύνουμε λίγο τις συνέπειες του. Και όπως το συνηθίζει το κάνει με τους αγαπημένους του θρησκευτικούς συμβολισμούς και αναφορές, συχνά όμως ταυτόχρονα ανατρέποντας τους και μερικές φορές μαζί και τον ίδιο τον εαυτό του, όπως στο «Almost Like The Blues»:
Δεν υπάρχει Θεός στον παράδεισο
Και δεν υπάρχουν τα κατάβαθα της κόλασης
Ετσι είπε ο σπουδαίος καθηγητής
Για όλα όσα πρέπει να ξέρουμε
Αλλά έλαβα την πρόσκληση
Που δεν μπορεί να αρνηθεί ένας αμαρτωλός
Και είναι σχεδόν σαν σωτηρία
Είναι σχεδόν σαν τα μπλουζ
Το μόνο λοιπόν που μπορούμε να κάνουμε είναι να τον ευχαριστήσουμε για αυτό και να σκύψουμε με σεβασμό επάνω από τα ταπεινά αλλά και γεμάτα από σοφία μα και ανθρωπιά διδάγματα του...