Της Ελευθερίας Ράπτου
Είναι η τρίτη φορά που το Cirque du Soleil επισκέπτεται την Ελλάδα. Φέτος, με την ευκαιρία των τριάντα χρόνων από τη σύστασή του, το Cirque du Soleil παρουσιάζει ξανά την παραγωγή που δανείζεται το όνομά της από τη λέξη «ανώνυμος περαστικός».
Πρώτα στην Αθήνα (στα τέλη Σεπτεμβρίου) και τώρα στη Θεσσαλονίκη (1-5 Οκτωβρίου), το εξέχον καλλιτεχνικό σχήμα παρουσιάζει το Quidam. Πρόκειται για μια παραγωγή που έκανε πρεμιέρα στο Μόντρεαλ του Καναδά, τον Απρίλιο του 1996, και στη συνέχεια ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο. Το καλλιτεχνικό σχήμα που ίδρυσε ο Guy Laliberté μαζί με τον Guy Caron αποτελεί διεθνώς τον πιο γνωστό εκπρόσωπο του «νέου τσίρκο», ενός καλλιτεχνικού είδους που συνδυάζει τα χαρακτηριστικά τού κλασικού τσίρκου με την πρωτοπορία της παραστασιακής τέχνης (performance art).
Στο «νέο τσίρκο», η παράσταση, η δύναμη της επιτέλεσης, δίνει άλλη προοπτική στο θέαμα. Υπάρχει πάντα ένα σενάριο που συνοδεύει τα χορευτικά, ακροβατικά, ταχυδακτυλουργικά μέρη της παράστασης, ενώ η αλληλεπίδραση με το κοινό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ιστορία που διατρέχει τη σύνθετη ακολουθία του θεάματος είναι σχετικά απλή, λειτουργεί σαν καμβάς, ενώ συχνά δεν είναι γραμμική ως προς την εξέλιξή της. Χρησιμοποιεί την αύρα του ονείρου, ενώ οι διάφορες δράσεις ενίοτε υπερκαλύπτουν η μία την άλλη, παρουσιάζονται συγχρόνως ή δημιουργούν την αίσθηση της χρονικής σπείρας. Στις παραστάσεις του Cirque du Soleil το θέαμα αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού και συχνά οι χρονισμοί αλλά και η σκηνική οργάνωση του θεάματος θυμίζει κάτι από την τέχνη του video clip και γενικά της video art.
Το Quidam πράγματι έχει στον πυρήνα του όλα τα στοιχεία που κάνουν τις παραστάσεις του Cirque du Soleil ξεχωριστές. Το κεντρικό αφήγημα είναι η ιστορία της μικρής Zoe, η οποία μεγαλώνει κοντά σε αδιάφορους γονείς. Αποδρά από τη συμβατική οικογενειακή ζωή και μπαίνει στον κόσμο ενός περίεργου περαστικού, σε έναν κόσμο όπου οι αισθήσεις έχουν τον πρώτο λόγο και η ζωή αποκτά θεατρικότητα. Στη νέα συνθήκη, μια ακολουθία από σκηνές επιχειρεί να συνεπάρει το κοινό, ανεξαρτήτως ηλικίας, και να το κάνει μέτοχο της επιτελούμενης ονειροφαντασίας. Έτσι παρουσιάζονται ακροβατικά νούμερα, όπως η εναέρια συστολή, το banquine, τα ισπανικά δίκτυα κ.ά., ταχυδακτυλουργίες, γυμναστικές χορογραφίες και φυσικά επεισόδια με σύγχρονους και ειρωνικούς -ως προς τον ρόλο τους- κλόουν με τη συνοδεία ζωντανής μουσικής.
Το γεγονός όμως ότι το Quidam παρουσιάζεται μετά το εντυπωσιακό Alegria και το φαντασμαγορικό Dralion κάνει πιο δύσκολη την αποστολή του. Το κοινό της Αθήνας φάνηκε φέτος πιο απαιτητικό, που ναι μεν διασκέδασε με την παράσταση, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι γοητεύθηκε.
Ο εγγενής μινιμαλισμός της φετινής παράστασης, η απλή ιστορία πίσω από τις σκηνές, αλλά και οι προηγηθείσες παραγωγές, που είχαν εντελώς διαφορετικό σεναριακό προσανατολισμό, φαίνεται ότι ενίσχυσαν τη μετριοπαθή στάση των θεατών. Στην αμφίθυμη υποδοχή του συνέβαλε καθοριστικά ο τρόπος με τον οποίο στήθηκε η σκηνή μέσα στο κλειστό γήπεδο του ΟΑΚΑ. Οι τεχνικές απαιτήσεις υπαγορεύουν σαφώς πώς πρέπει να οργανωθεί η εντυπωσιακή και αρχιτεκτονικά περίπλοκη σκηνή, όμως ο αχανής χώρος των θεατών (που δεν μπορούσε με τίποτα να γεμίσει) λειτούργησε αρνητικά. Οι θεατές ήταν διασκορπισμένοι, ο φωτισμός κακός και η εγγύτητα που απαιτούσε το συγκεκριμένο θέαμα δεν μπορούσε με τίποτα να επιτευχθεί. Από την άλλη πλευρά, το κοινό περίμενε με τηλεοπτική λογική να δει τις εναλλαγές των ακροβατικών, ανταμείβοντας με ικανοποιητικό χειροκρότημα τους επιτελεστές, τρώγοντας συγχρόνως αναιδώς πατατάκια και ποπ κορν, καθώς οι ακροβάτες αιωρούνταν στο κενό.
«Οι εφευρέτες των ονείρων» απέδειξαν σε αυτήν την παράσταση ότι είναι επαγγελματίες υψηλότατου επιπέδου. Ωστόσο, αυτό που δεν επιτεύχθηκε ήταν η απόδραση από την πραγματικότητα.
* Η Ελευθερία Ράπτου είναι θεατρολόγος, υπ. διδάκτωρ Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ