Το φαινόμενο δεν είναι βέβαια τωρινό, αλλά παρατηρείται εδώ και πολλά χρόνια, τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή μουσική, όμως τους τελευταίους δώδεκα περίπου μήνες έχει πάρει διαστάσεις καταιγίδας σε παγκόσμιο επίπεδο και αληθινής χιονοστιβάδας στην Ελλάδα! Μιλάμε για τις διασκευές -κυρίως παλαιότερων- τραγουδιών που πλέον τις βρίσκουμε (και προπαντός τις ακούμε, ακόμα και στο youtube!) σχεδόν παντού και όχι κατά βάση σε ζωντανές εμφανίσεις όπως συνέβαινε παλαιότερα, κάτι που τους προσέδιδε έναν χαρακτήρα «έκτακτου», ίσως και μοναδικού γεγονότος. Τώρα πια οι διασκευές υπάρχουν παντού, στο ραδιόφωνο, στο Internet, στις ελάχιστες εξειδικευμένες τηλεοπτικές εκπομπές και πάνω απ' όλα βέβαια στη δισκογραφία, είτε στην πιο παραδοσιακή «υλική» μορφή της είτε στη σύγχρονη ψηφιακή και τόσο στην εκδοχή των ενός - δύο διασκευών οι οποίες σχεδόν εξ ορισμού περιλαμβάνονται σε κάθε δίσκο όσο και σε εκείνη ολόκληρων albums που είναι αφιερωμένα και αποτελούνται μόνον από τέτοιες!
Όπως προαναφέραμε, το φαινόμενο της «διασκευαστικής μανίας» είναι μεν διεθνές, όμως υπάρχουν δύο ειδοποιείς διαφορές ανάμεσα στο πώς εκδηλώνεται στην Ελλάδα και στις περισσότερες άλλες χώρες. Στην δεύτερη περίπτωση πρόκειται για διασκευές σύγχρονων τραγουδιών (τα οποία δηλαδή έχουν κυκλοφορήσει το πολύ δύο με τρία χρόνια πριν) και στην πλειονότητά τους πραγματοποιούνται με την τεχνική του remix, με την προσθήκη δηλαδή -ή και την αφαίρεση- στοιχείων με σκοπό κατά κανόνα το αυθεντικό τραγούδι να γίνει πιο χορευτικό, με την τυπική ή και την ευρύτερη έννοια του όρου. Αντίθετα, στη χώρα μας ελάχιστοι, όπως για παράδειγμα οι Imam Baildi, ακολουθούν αυτή την τακτική, καθώς ως λαός αγαπούμε πολύ την παράδοση και έτσι οι περισσότεροι επιμένουν να κάνουν διασκευές με τον τρόπο που πάντα εννοείτο αυτή η λέξη και άρα είναι και εκείνος που γνωρίζουν και αυτοί: Όσο το δυνατόν πιο κοντά/πιστά στην αυθεντική εκτέλεση, σε σημείο δουλικής αντιγραφής πολλές φορές, τόσο στο στιλ και το ύφος της ερμηνείας όσο και σε εκείνα της ενορχήστρωσης και της οργανικής συνοδείας.
Το ότι το ρητό «οι ατάλαντοι αντιγράφουν, ενώ οι ταλαντούχοι κλέβουν» αποτελεί μια διαχρονικά αδιάψευστη αλήθεια για κάθε είδους δημιουργική δραστηριότητα προφανώς ούτε αφορά ούτε και ενδιαφέρει κανέναν... Όπως επίσης και «λεπτομέρειες», μικρές ίσως αλλά και τόσο καθοριστικές, όπως εκείνες των ίσων ικανοτήτων και έμπνευσης αλλά και των ίδιων ή έστω παρόμοιων μέσων αλλά και βιωμάτων, ακόμα και παραστάσεων, που πρέπει να διαθέτεις ακόμα και για να αντιγράψεις ικανοποιητικά οτιδήποτε, διαφορετικά αντί για μιαν αξιοπρεπή κόπια καταλήγεις σε μια θλιβερή, αν όχι γελοία, καρικατούρα. Ακόμα πιο ενοχλητικές όμως είναι οι επιλογές των τραγουδιών που διασκευάζουν όλοι αυτοί οι, συνειδητοί ή μη, μεταπράτες της μουσικής. Κάποτε δηλαδή οι περισσότερες διασκευές προέρχονταν από τον χώρο του αμιγώς λαϊκού και του ρεμπέτικου τραγουδιού μας, σήμερα έχουν περάσει και στις ρίζες και τις απαρχές του λόγιου και κυριολεκτικά πλέον δεν υπάρχει «ιερό και όσοι». Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Ξαρχάκος και όποιος άλλος από τους μεγάλους συνθέτες μας δεν είναι πια για οποιονδήποτε λόγο ενεργός, κινδυνεύει να -και έχει ήδη- γίνει βορά οποιουδήποτε και οποιασδήποτε που, εξασφαλίζοντας τα αναγκαία δικαιώματα γι' αυτό ή ακόμα και όχι σε ορισμένες περιπτώσεις, συχνά μην έχοντας την παραμικρή επαφή ούτε καν με τη (μουσική) ουσία, πόσο μάλλον με το πνεύμα και το νόημα ενός τραγουδιού τους, αποφασίζει να το «διασκευάσει» ασύστολα, αδίστακτα και μάλιστα κατά συρροήν, με αποτέλεσμα... «όποιον πάρει ο χάρος»! Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Ακρογιαλιές Δειλινά» του Βασίλη Τσιτσάνη: Δεν ήταν οι αρκετές καλές εκτελέσεις από τον ίδιο τον συνθέτη του ούτε η κατά τη γνώμη μας εμβληματική της Δήμητρας Γαλάνη αλλά η -ομολογουμένως όντως ευρηματική- προ διετίας των Imam Baildi με τη φωνή της Ελεωνόρας Ζουγανέλη εκείνη που έδωσε το έναυσμα για αναρίθμητα κακέκτυπα της. Γεμίσαμε έτσι ξαφνικά από εκτελέσεις/δολοφονίες που μετατρέπουν το τραγούδι σε ένα «νταχτιρντί» για beach bar, όσο για την συγκλονιστική εσωτερική οδύνη του καταληκτικού στίχου «μπορεί ακόμα μπορεί / να έχει πια τρελαθεί / και τότε ποιος θα ρωτήσει / να μάθει ποτέ το γιατί»; Αυτή μάλλον την πήρε το κύμα επάνω στο οποίο έχει χτιστεί αυθαίρετα το προαναφερθέν beach bar...
Ακόμα όμως και οι με σεβασμό και καλαίσθητες διασκευές -γιατί φυσικά υπάρχουν και τέτοιες!- ανάλογων αγαπημένων ή και κλασικών τραγουδιών, όπως π.χ. η πλειοψηφία εκείνων που γίνονται στη μακρόβια και πολύ γνωστή τηλεοπτική εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου «Στην υγειά μας βρε παιδιά», θεωρούμε ότι υπό μιαν έννοια κάνουν ζημιά. Ποια είναι αυτή; Για να γίνουμε πιο κατανοητοί, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι αν διεθνώς η δισκογραφία έχει δεχθεί πλήγμα και έχει σε μεγάλο βαθμό διαλυθεί στην Ελλάδα τα πράγματα είναι κατά πολύ χειρότερα, εδώ η δισκογραφική βιομηχανία κατ' αρχήν συνετρίβη και στη συνέχεια απλά κατέρρευσε ολοσχερώς.
Μια καλή διασκευή λοιπόν, ακόμα και αν κυκλοφορήσει μόνο σε digital μορφή, είναι φυσικό να κερδίσει ένα μεγάλο μέρος του κοινού, καθώς το πρωτογενές υλικό στο οποίο βασίζεται τού είναι ήδη οικείο, αγαπητό και του ξυπνάει αναμνήσεις οι οποίες, με το πέρασμα του χρόνου, καταλήγουν όλες λίγο - πολύ να είναι ευχάριστες. «Και πού είναι το κακό σε αυτό;», θα αναρωτηθείτε ίσως. Υπό άλλες συνθήκες πουθενά, σε μια τέτοια δεινότατη κρίση όμως η διασκευή αυτή μπορεί να στερήσει τη δυνατότητα να κυκλοφορήσει ένα καινούργιο και καθόλα αξιόλογο τραγούδι απλά επειδή πλέον τα χρήματα και κατά συνέπεια και οι θέσεις έχουν ελαττωθεί και δεν επαρκούν για όλα. Και σε μια τέτοια περίπτωση δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε ότι όσο καλή -ακόμα και αριστουργηματική, αν θέλετε- και αν είναι μια διασκευή δεν δικαιούται να στερήσει από ένα καινούργιο εξίσου καλό τραγούδι το να βρει τον δρόμο του προς τον κόσμο. Γιατί το να μην παράγεται αλλά και να μην διακινείται όχι απλά νέο μα και επί της ουσίας νεωτερικό δημιουργικό υλικό κάθε είδους είναι πολύ κακό για μια κοινωνία, από αισθητικής, πολιτιστικής και κάθε άλλης πλευράς, τελικά για την ίδια την πρόοδο και την εξέλιξη της. Και η οποιαδήποτε οικονομική κρίση, όσο μεγάλη και αν είναι, όχι μόνο δεν αποτελεί άλλοθι για να συμβαίνει αυτό, αλλά κάνει το αντίθετο ακόμα πιο επιτακτικό...