Το μυθιστόρημα του Κλάους Μαν «Μεφίστο» (1936), στηριγμένο στον «Φάουστ» του Γκαίτε, αφηγείται την αληθινή ιστορία ενός διάσημου Γερμανού ηθοποιού, γνωστού και για τα δημοκρατικά του φρονήματα, που είχε διαπρέψει στον ρόλο του «Φάουστ», αλλά ωστόσο επέλεξε να παραμείνει στη χώρα κάτω από το ναζιστικό καθεστώς, αναλαμβάνοντας μάλιστα μια σπουδαία δημόσια θέση, ως διευθυντής μεγάλου κρατικού θεάτρου. Η δικαιολογία που πρόβαλε ήταν η γνωστή: για να πολεμήσει από μέσα το καθεστώς, αλλά πώς; Αποκλειστικά με την τέχνη του, χωρίς να στηρίζεται στη συλλογική, οργανωμένη αντίσταση. Δέχτηκε, έτσι, να συνάψει μια προσωπική συμφωνία με τον «Μεφιστοφελή» υπουργό Πολιτισμού του ναζιστικού καθεστώτος (Γκαίρινγκ), βάσει της οποίας θα μπορούσε ελεύθερα να παίζει τα κλασικά έργα (και τον Φάουστ του Γκαίτε !), χωρίς λογοκρισία.
Το τι σήμαινε στην πραγματικότητα αυτή η συμφωνία φάνηκε αμέσως μετά, με την εμφάνιση επί σκηνής του ίδιου του Σατανά (Γκαίμπελς), που διέθετε μάλιστα καλλιτεχνικές ευαισθησίες. Ήταν πια αργά για να αντιδράσει, όταν το αντιλήφθηκε ο ήρως. Το μυθιστόρημα του Κλάους Μαν θέλει να δείξει το λανθασμένο αυτής της επιλογής του καλλιτέχνη. Σε τόσο δύσκολους καιρούς η δωρεά και το ταλέντο ενός ανθρώπου και η τέχνη γυμνή από τα κοινωνικά της συμφραζόμενα δεν μπορούν να αλλάξουν την πορεία της Ιστορίας. Ο ήρως, θολωμένος από την ματαιοδοξία του που το καθεστώς συνδαυλίζει εντέχνως και σκοπίμως, εμπλέκεται όλο και πιο πολύ στα γρανάζια της εξουσίας για να καταλήξει στο τέλος άβουλο όργανό της.
Είχαμε παρακολουθήσει πριν λίγα χρόνια στο Φεστιβάλ Αθηνών μια ενδιαφέρουσα θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος από τον οργανισμό Toneelhuis της Αμβέρσας σε σκηνοθεσία του Φλαμανδού Γκύ Κασσίερς, που μετέφερε τη δράση στο σήμερα, θέλοντας να μας προειδοποιήσει για τη φρίκη της «επανάληψης του ίδιου» στην Ιστορία.
Η φετινή παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, στην εξαιρετική μετάφραση της Λουίζας Μητσάκου, σε σκηνοθεσία, κοστούμια - σκηνικά του Νίκου Μαστοράκη, κίνηση της Αμαλίας Μπένετ, ακολούθησε τη θεατρική διασκευή της Αριάν Μνούσκιν. Το θέατρο που κάνει η Μνούσκιν είναι επίσης πολιτικό, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Ξεκινά από τον «μέσα» φασισμό, του ρατσισμού και της ομοφοβίας, που αφήνεται να δουλεύει αθόρυβα, υπόγεια, μέχρι να εκδηλωθεί ως ανίατη θανατηφόρα ασθένεια και να εξαπλωθεί κατόπιν σε όλο το σώμα της κοινωνίας. Η Μνούσκιν διασκευάζει το έργο του Κλάους σε ένα ομαδικό πορτραίτο, στο οποίο κυριαρχεί ο χορός και λείπει ο πρωταγωνιστής, ενώ προσθέτει κάποιους δευτερεύοντες ρόλους που δεν υπάρχουν στο μυθιστόρημα. Μια τέτοια αντίληψη της Ιστορίας, θα την έλεγα καβαφική, που τοποθετεί την Ιστορία πίσω από τα επί μέρους γεγονότα, απαιτεί και ανάλογη σκηνική εφαρμογή. Τα έργα της Μνούσκιν έχουν τη σκηνοθεσία τους εγγεγραμμένη, και δεν προσφέρονται για πειραματισμούς. Η σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη στο Εθνικό κατορθώνει μέχρι ενός σημείου να ακολουθήσει το εναλλασσόμενο ύφος και τους αυξομειούμενους ρυθμούς του κειμένου, μεταξύ αφήγησης και δράσης, με ενσταντανέ, παγώματα και ομαδικές φωτογραφίες, «κλισέ». Αλλά δεν ενεργοποιεί τον καταλύτη της Ιστορίας, που είναι η ευτέλεια των ανθρώπων της, πάλι με την καβαφική σημασία της λέξης. Παρακολουθούμε μια αενάως ανακυκλούμενη ιστορία, χωρίς αρχή, μέση, τέλος. Η επανάληψη του ίδιου «σενάριου», χωρίς τα ξεσπάσματα φαντασίας της Μνούσκιν που φτιάχνουν ποιητικές εικόνες, είναι αναμενόμενο να κουράζει. Δίνει, με λίγα λόγια, την ιστορία όχι ως άβυσσο, αλλά ως ρομάντσο.
Οι είκοσι ηθοποιοί (Μαρίνα Αλάνογλου, Βίκυ Βολιώτη, Μαρία Ζορμπά, Δανάη Κατσαμένη, Θύμιος Κούκιος, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Υβόννη Μαλτέζου, Στέφανος Μουαγκιέ, Άλκης Παναγιωτίδης, Γιώργος Παπαπαύλου, Τάσος Πυργιέρης, Γιούλικα Σκαφιδά, Γιάννης Στόλας, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Χάρης Τζωρτζάκης, Θάνος Τοκάκης, ΄Ενκε Φεζολάρι, Χάρης Φραγκούλης, Μηνάς Χατζησάββας και Νίκος Ψαρράς) πειθαρχούν στην οριζόντια σκηνοθεσία και σε αυτό το πλαίσιο δεν θεωρώ σωστό να κάνω ατομικές αξιολογήσεις.