Live τώρα    
«Δυτική αποβάθρα» του Κολτές στο Εθνικό / Από τοίχο σε τοίχο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

«Δυτική αποβάθρα» του Κολτές στο Εθνικό / Από τοίχο σε τοίχο

Ένας ακόμη «καταραμένος» ποιητής της σκηνής, ο Γάλλος Μπερνάρ-Μαρί Κολτές (1948 - 1989), ανατρέπει στα έργα του τη λογική του κακοχωνεμένου αξιώματος: «σκέπτομαι άρα υπάρχω», βάση του νεωτερικού πολιτισμού και σταθερό «πιστεύω» των διαφωτισμένων (;) αστών. Μαζί, απορρίπτει ως άχρηστη τη δομή του «καλοχτισμένου» δραματικού έργου, βασισμένη στον στέρεο διάλογο και στην προφάνεια των γλωσσικών σημείων.

Παιγμένη για πρώτη φορά το 1985, η «Δυτική αποβάθρα» παραπέμπει σε έναν δυσμενή, κακοφωτισμένο πολιτισμό και σε έναν δύσμορφο κακοφορμισμένο λόγο, εκπλήσσοντας με την προφητική της διάνοια. Ο Κολτές έβλεπε μακριά, έβλεπε, το κυριότερο, πολιτικά. Πρόκειται για ένα τοπίο που κείται πέραν και αυτής της ίδιας της μπεκετικής ερημίας. Ένα παγωμένο, λεηλατημένο μεταβιομηχανικό και μετα-γλωσσικό τοπίο, που ορίζεται από δυο συνιστάμενες, του ύψους και του βάθους. Σαν ένα σημείο σταυρού, σύμβολο ατιμωτικού θανάτου, μα και καθαγίασης. Γίνεται, υπό αυτήν την έννοια, η «Δυτική αποβάθρα» μια βλαστήμια που θέλει να είναι προσευχή. «Συμβαίνει» στον ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στην πτώση (που ισοδυναμεί με μια γέννηση) και στην ερημιά (που είναι ο θάνατος απογυμνωμένος από κάθε μεταφυσική αίγλη). Ο υπεσχημένος επί γης παράδεισος και η κόλαση, ένα και το αυτό: τοπίο επιμετρημένο με τα βήματά μας, διαμπερώς, από τοίχο σε τοίχο. Γεωμετρικός εφιάλτης, γι' αυτούς που πίστεψαν και για όσους δεν πίστεψαν. Όπου η ίδια η ανθρώπινη ανάγκη της ανταλλαγής ανταλλάσσεται με αντικατοπτρισμούς ειδώλων σε νερό, που είναι και εκείνο αντικατοπτρισμός της ερήμου για τους διψασμένους οδοιπόρους. Εδώ, δεν πρόκειται για την ασυμφωνία και το ασύμπτωτο, που μας διχάζουν, μας δικάζουν, και από κοινού ορίζουν «δίχα» τη μοίρα μας. Δεν είναι οι παλιές, καλές, γνωστές μας Ερινύες. Πρόκειται για ακριβώς το αντίθετο: η προεξαγορασμένη «συμφωνία» και η προεξοφλημένη «σύμπτωση» όλων με όλα, μας προ-ορίζουν. Για πού; Κάποιοι, αυτό το ονόμασαν «παγκοσμιοποίηση». Είναι ένας (καφκικός) πύργος της Βαβέλ, από την ανάποδη, όπου δεν υπάρχει διάλογος, κίνηση ζωής και όπου όλα υπόκεινται στον νόμο της βαρύτητας: «Παν ό,τι διαθέτει σώμα, πίπτει. Εις ουδένα αναγνωρίζεται πτητική ικανότης. Εντέλλεσθε όπως παραδώσητε εις την είσοδον του ναού το ζεύγος των πτερύγων σας. Οι παραβάται θα αποπέμπονται».

Η «Δυτική αποβάθρα» παραπέμπει στον Κάφκα και μέσω αυτού στον Ντοστογιέφσκι. Αρκετά, όμως, με την ανάλυση του έργου.

Στη σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού, σε σκηνοθεσία του Ludovic Lagarde, σε στερεοσκοπική, κρυστάλλινη μετάφραση του Βασίλη Παπαβασιλείου (δραματουργία της Marion Stoufflet), με βάση εκκίνησης το εξαίρετο σκηνικό του Antoine Vasseur και τα ίσης αισθητικής αξίας κοστούμια της Εύας Νάθενα, τους λειτουργικούς φωτισμούς του Sebastien Michaud, τα βίντεο του Γρηγόρη Ρέντη, δίνεται μια ισορροπημένη σκηνικά, αλλά κάπως «ελαφρυμένη» πολιτικά εκδοχή της «Δυτικής αποβάθρας». Το βάρος πέφτει στον «αμλετικό» υπαρξιακό προβληματισμό: «να ζεις ή να μη ζεις;». Όπως όμως ανέπτυξα πιο πάνω, το έργο (όπως και ο αυθεντικός «Άμλετ») είναι βαθιά πολιτικό.

Σε κάθε περίπτωση, η παράσταση αποδίδει τα δέοντα στους δέοντες, με ρυθμούς, ατμόσφαιρα, ύφος, όλα τα απαιτούμενα. Το κείμενο ήθελε, ωστόσο, σχετική συντόμευση, για να αποφευχθεί μια χαλάρωση ρυθμών, στη μέση περίπου... Να μείνουν όσα κρίσιμα λέει, που απευθύνονται στον σημερινό θεατή. Να φύγουν τα θεωρητικά κομμάτια, που κουράζουν.

Οι διδασκαλίες των ρόλων προσεγγίζουν αρκετά τον στόχο τους. Πρώτη, αναμφισβήτητα, τοποθετώ την σπουδαία Θέμιδα Μπαζάκα (Σεσίλ) που κάνει εδώ ένα μεγάλο ρόλο «μαύρης ντάμας». Ο Νίκος Χατζόπουλος δίνει δημιουργικά τον «Κοχ» ως εκμαγείο πεσμένου σώματος σε λάσπη. Η Μαρία Ναυπλιώτη ισορροπεί, ίσως λίγο περισσότερο του δέοντος, τις αντίρροπες δυνάμεις που ξεσχίζουν την «Μονίκ». Ο Δημήτρης Λάλος δίνει ακέραιο τον «Σαρλ», σφυρήλατο, κατορθώνοντας να μην ακούγονται οι «σφυριές»... Ο Γιώργος Κοτανίδης είναι ένα θαυμαστό, ομιλούν επιτύμβιο ανάγλυφο. Ο Γιάννης Νιάρος με άριστες τοποθετήσεις, ο Μιχάλης Αφολαγιάν ικανοποιεί. Μια πολύ ελπιδοφόρα παρουσία, με «άλας», η νεαρή Αναστασία - Ραφαέλα Κονίδη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0