Η πρόβλεψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη θεσμική διόρθωση που ήταν κοινά αποδεκτή στην επιτροπή κατασταστικού, αναφορικά με τη μη ύπαρξη διορισμένων οργάνων στις κομματικές συλλογικότητες. Ενώ λοιπόν διασφαλίσθηκε ότι στα κορυφαία όργανα, δλδ Κ.Ε και Πολιτικό Συμβούλιο δεν θα υπάρχουν διορισμοί, κι ενώ δεν προβλέπεται διορισμός σε κανένα άλλο συλλογικό όργανο του κόμματος, στα τμήματα όπου μέχρι τώρα λειτουργούσαν ανοιχτά και απόλυτα δημοκρατικά επιλέγεται να εκλέγονται όχι μόνο οι συντονιστές, αλλά και (έμμεσα) το σύνολο της γραμματείας από την Κ.Ε και την Π.Γ. Αυτό στην ουσία συνιστά διορισμό καθώς για τους συντονιστές και τη γραμματεία αποφασίζει ένα άλλο σώμα διαφορετικό από τη συλλογικότητα που θα συντονίζεται και θα οργανώνεται!! Αν δεν υπάρχει τέτοια σκέψη γιατί επιφυλάσσεται αυτή η αντιμετώπιση στις κομματικές συλλογικότητες των τμημάτων, γιατί δηλαδή τα τμήματα αντιμετωπίζονται ως κομματικές συλλογικότητες ήσσονος πολιτικής βαρύτητας και τα μέλη τους ως κομματικά μέλη β΄ κατηγορίας;
Η επιχειρηματολογία του προέδρου για την εκλογή του ίδιου και της ΚΕ από τη βάση, συνίσταται στο ότι με αυτό τον τρόπο δίνεται αδιαμεσολάβητη φωνή και θεσμική ισχύς στη βάση του κόμματος. Στην περίπτωση των τμημάτων επιλέγεται η ακριβώς αντίθετη λογική, η προτεινόμενη λειτουργία τους χαρακτηρίζεται από υπερσυγκεντρωτισμό και φτάνει σε μια ακραία αντιδημοκρατική θέσμιση, καθώς όπως εξηγήθηκε παραπάνω τόσο οι συντονιστές όσο και η γραμματεία δεν εκλέγεται από τα μέλη του τμήματος, αλλά από δύο τελείως διαφορετικά σώματα, δλδ την Κ.Ε και την Π.Γ.
Το βασικό σκεπτικό της πρότασης του άρθρου 18 είναι ότι δεν χρειάζεται δημοκρατική εκλογή για ένα σώμα/όργανο που είναι γνωμοδοτικό. Με την πρόταση όμως αυτή μπαίνει ταφόπλακα στην παραγωγή πολιτικής από τη βάση, αφού οι ανοιχτές θεματικές ομάδες διαβούλευσης θα έχουν μόνο γνωμοδοτικό ρόλο και αποφάσεις θα δικαιούνται να παίρνουν μόνο οι «διορισμένοι». Και αυτό συμβαίνει την ίδια ακριβώς στιγμή που το μεγάλο στοίχημα είναι η διεύρυνση και η συμμετοχή, την ίδια στιγμή που προτείνεται ορθώς στο άρθρο 18 η πανελλαδική δικτύωση των θεματικών ομάδων. Στις δύσκολες εξισώσεις της κυβερνητικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, αποκλείεται η θεσμοθετημένη συμμετοχή της βάσης με πολιτικό ρόλο. Οι κατάλληλες για αυτό συλλογικότητες είναι τα τμήματα και όχι οι εδαφικές ΟΜ και ΝΕ που μόνο αποσπασματικές επεξεργασίες μπορούν να κάνουν .
Οι πολιτικές αποφάσεις των τμημάτων θα τίθενται υπό την αίρεση της Κ.Ε και της Π.Γ, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα. Αυτό φυσικά ισχύει και για όλες τις συλλογικότητες του κόμματος, που συνίστανται κυρίως στις ΟΜ και τις ΝΕ, δεν τους αφαιρείται η θεσμική δυνατότητα να πάρουν πολιτική απόφαση για οποιοδήποτε ζήτημα αν το θελήσουν, ανεξάρτητα από το αν αυτή γίνει αποδεκτή από τα κεντρικά όργανα του κόμματος. Γιατί όμως να αφαιρείται αυτή η δυνατότητα από τις συλλογικότητες των τμημάτων, οι οποίες μάλιστα είναι προφανώς οι καταλληλότερες μέσα στο κόμμα για την παραγωγή πολιτικής σε τομεακό επίπεδο. Έτσι στραγγαλίζεται η δυνατότητα της βάση του κόμματος να παρεμβαίνει πολιτικά με τεκμηριωμένο τρόπο και αυτό ανατίθεται αποκλειστικά σε μια ολιγομελή διορισμένη ελίτ.
Η εφαρμογή αυτής της ρύθμισης δεν θα βελτιώσει τη λειτουργία των τμημάτων, αλλά θα την υπονομεύσει και είναι πιθανόν να «ανοίξει τους ασκούς του αιόλου».
α) Δεν υπάρχει καμία διασφάλιση ότι με την προτεινόμενη ρύθμιση τα τμήματα θα παράξουν περισσότερο και καλύτερο έργο. Πόσα μέλη της ΚΕ ή/και της Π.Γ έχουν καλή γνώση ενός έστω αντικειμένου αντίστοιχη με αυτήν που έχουν τα έμπειρα στελέχη των αντίστοιχων τμημάτων; Μήπως η εκλογή από τη βάση δλδ από το πρώτο έως το τελευταίο απλό μέλος του ΣΥΡΙΖΑ και όχι από ένα πιο σφιχτό σώμα περισσότερο έμπειρων ή πολιτικά συγκροτημένων κομματικών στελεχών θα επιτύχει μια σύνθεση της Κ.Ε με αυξημένο ποσοστό τεχνοκρατικών στελεχών ; Η βέλτιστη λειτουργία των τμημάτων και η βέλτιστη παραγωγή πολιτικής, αλλά και η αναγκαία εκπαίδευση των μελών της Κ.Ε σε προγραμματικά ζητήματα, μπορούν να επιτευχθούν με πολλούς τρόπους και εργαλεία (που μπορούν να αναπτυχθούν αναλυτικά σε άλλο κείμενο), χωρίς να ακυρωθεί η δημοκρατική λειτουργία των τμημάτων και φυσικά χωρίς τις αποτυχημένες παλιομοδίτικες στα κόμματα της αριστεράς λογικές, που βάζουν το κάρο μπροστά από το άλογο, συχνά με πρακτικές «κοπτάτσιας»
β) Υπάρχει κίνδυνος να μην υπάρξει καλή συνεργασία μεταξύ των έμπειρων στελεχών των τμημάτων και των διορισμένων συντονιστών και της διορισμένης γραμματείας, αφενός λόγω της άγνοιας του αντικειμένου από τους διορισμένους συντονιστές και τη διορισμένη γραμματεία, αφετέρου διότι ο καθοριστικός ρόλος που θα έχουν τα διορισμένα κομματικά στελέχη για την παραγωγή πολιτικής και την αντίστοιχη τεκμηρίωση θα ενεργοποιήσει αρνητικά αντανακλαστικά από τα έμπειρα μέλη των τμημάτων που γνωρίζουν καλύτερα το εκάστοτε αντικείμενο. Αν τα διορισμένα συντονιστικά δεν προχωρούν σε επαρκή εμβάθυνση και τεκμηρίωση των ζητημάτων, ή δεν επιδιώκουν την επίτευξη συνθέσεων στις λίγες έστω περιπτώσεις όπου κατατίθενται εναλλακτικές προτάσεις στρατηγικής, τότε γιατί τα έμπειρα στελέχη των τμημάτων θα πρέπει να ανεχθούν τη φίμωση τους, που θα προκύπτει από μια υπερσυγκεντρωτική και αντιδημοκρατική καταστατική ρύθμιση; Αν τους αφαιρεθεί η δυνατότητα να εκφραστούν θεσμικά μέσα στο κόμμα, τότε δεν είναι παράλογο να αναζητήσουν άλλους τρόπους και μέσα έκφρασης.
Γιώργος Μαλιώτης
(αναπληρωτής συντονιστής Τμήματος Ενέργειας, μέλος του συντονιστικού της ΝΕ ΔΕΚΟ)
*Όλα τα κείμενα του προσυνεδριακού διαλόγου αναρτώνται στην ιστοσελίδα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και το left.gr