Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε ένα πρωτότυπο οργανωτικό υπόδειγμα από τα χρόνια που οι εκλογικές του επιδόσεις τον καθιστούσαν κάθε άλλο παρά εν δυνάμει κυβέρνηση. Απεγκλωβισμένος από την διακριτική παρουσία μίας χρήσιμης αλλά κοινωνικά ασύνδετης ανανεωτικής Αριστεράς κατάφερε να αλληλεπιδράσει με ρηξικέλευθο τρόπο με τα κοινωνικά κινήματα πριν την οικονομική κρίση. Με την έλευση της οικονομικής κρίσης η επιλογή του να συνδέεται με τους μαζικούς χώρους χωρίς να προσπαθεί να τους ελέγξει παρότι δεν κατέστησε τον ίδιο ως μαζική δύναμη εντός τους, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την επίδοσή του στις εκλογές του 2012. Η 2η θέση του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Μαΐου του 2012 και οι μετέπειτα επιδόσεις του κατέστησαν το κόμμα ως μια δύναμη εκπροσώπησης του χώρου της Αριστεράς προσαρμοσμένη στην προοπτική μιας εφικτής θεσμικής αλλαγής.
Ανεξαρτήτως των γεγονότων του 2015 ή όσων μεσολάβησαν στην τετραετία που τα ακολούθησε, στις τελευταίες εκλογές του 2019 αναδείχθηκαν δύο ζητήματα. Από τη μία ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρήθηκε ως πλειοψηφικός πόλος εκπροσώπησης αυτού που ονομάζουμε προοδευτική παράταξη και από την άλλη έδειξε αδύναμος να καθορίσει τις εξελίξεις σε έναν κρίσιμο χώρο όπως η αυτοδιοίκηση. Τα τελευταία 2,5 χρόνια παρατηρείται μια στασιμότητα εν πολλοίς, αλλά όχι αποκλειστικά οφειλόμενη στην πανδημική κρίση. Αυτό το διάστημα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ μοιάζει να θέλει να υπερβεί μια συνθήκη χωρίς να έχει ακριβώς ορίσει τί θέλει να ξεπεράσει και πού θέλει να οδηγηθεί. Η κοινωνική δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την κίνηση του κόμματος συμβάλλοντας στην αυτονόμηση του στόχου της κυβερνητικής αλλαγής έναντι των σοβαρών επεξεργασιών που χρειάζονται για την ανασυγκρότηση της κοινωνίας μετά την πολιτική αλλαγή.
Ως ένα κόμμα της Αριστεράς που οφείλει να στοχεύει στη διεύρυνση του ορίζοντα του εφικτού ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν έχει την πολυτέλεια να αναλωθεί σε εσωκομματικές διαδικασίες που θα επιβεβαιώσουν μια κατεύθυνση και θα εξαντληθούν στη συσπείρωση των δυνάμεών του ενόψει της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Έχει χρέος να αφιερώσει χρόνο και ενέργεια για να οικοδομήσει μια ριζοσπαστική κομματική οργάνωση που θα αναβαθμίσει την ποιότητα λειτουργίας του κόμματος. Διευρυμένα όργανα, εκλογές από τη βάση και ποσοτική αύξηση της συμμετοχής είναι πρακτικές που έχουν παρελθόν, έχουν κριθεί και δεν αποτελούν από μόνες τους κάτι θετικό ή αρνητικό αν δεν συνοδεύονται από επιπλέον τομές.
Η ανάδειξη της ηγεσίας από την κομματική βάση είναι μια διαδικασία που έχει αποκτήσει θετικό νόημα στη δημόσια συζήτηση. Για να διασφαλιστεί, όμως, μία ενεργή ανάμειξη των συμμετεχόντων σε αυτή τη διαδικασία θα πρέπει να τεθούν δύο προϋποθέσεις. Το εκλογικό σώμα πρέπει να αφορά το δυναμικό των μελών του κόμματος. Η έννοια του φίλου εξαντλημένη στη συμμετοχή σε μια μοναδική κομματική διαδικασία δεν προσφέρει κάποια προστιθέμενη αξία σε ένα πολιτικό κόμμα, εκτός αν το κόμμα επιφυλάξει ειδικότερο καθεστώς συμμετοχής στους φίλους του και οι τελευταίοι αποδεχθούν την καταγραφή τους σε ένα κομματικό μητρώο με λιγότερα δικαιώματα. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά την εκπροσώπηση κοινωνικών προσδοκιών και προγραμματικών αρχών μέσα από τους υποψήφιους. Αν η εκλογή επικεφαλής εξαντληθεί σε μια μάχη εντυπώσεων ή λειτουργήσει ως επιβεβαίωση της παντοδυναμίας ενός προσώπου θα δαπανήσει σύντομα όποιο πολιτικό κεφάλαιο δημιουργήσει η διαδικασία.
Από την άλλη πλευρά, η παράλληλη εκλογή κεντρικού καθοδηγητικού οργάνου από εκλογικό σώμα ίδιο με εκείνο της ηγεσίας είναι ενδιαφέρουσα μιας και εξισώνει τη νομιμοποίηση του επικεφαλής με το συλλογικό όργανο. Μια τέτοια διαδικασία, όμως, πρέπει να αποτυπώσει κοινωνικές και γεωγραφικές συνισταμένες. Ανάλογα με τον αριθμό των μελών ανά γεωγραφική περιφέρεια και σύμφωνα με την κεντρικότητα κάποιων κοινωνικών ομάδων για ένα κόμμα της Αριστεράς παρουσιάζεται η ευκαιρία μιας πρωτοποριακής και δημοκρατικής συγκρότησης της κεντρικής επιτροπής. Επίσης, θα μπορούσε η συμμετοχή των μελών να διευρυνθεί περισσότερο με τη διεξαγωγή προκριματικών εκλογών για την ανάδειξη υποψηφίων σε εκλογικές αναμετρήσεις όπως οι εθνικές εκλογές, οι ευρωεκλογές, τα σωματεία και η αυτοδιοίκηση.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε πει σε τελείως διαφορετικό πλαίσιο αρκετές δεκαετίες πριν ότι «η διαδικασία δεν μπορεί από μόνη της να γεννήσει ιδεολογία». Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να φοβηθεί μια διαδικασία που θα καταστήσει τα μέλη του ενεργά και θα προσφέρει μια ευκαιρία ανάκτησης της εμπιστοσύνης των πολιτών στα κόμματα. Για να συμβεί αυτό είναι αναγκαίο να υπερβεί περιορισμούς που θέτει η ίδια η πραγματικότητα. Η διαμόρφωση πόλων εσωκομματικής ισχύος θα πρέπει με οποιαδήποτε διαδικασία να μην εξαρτάται από ανθρώπους που έχουν την πολυτέλεια του χρόνου κομματικής ενασχόλησης ή το πλεονέκτημα της ανάπτυξης προσωπικών σχέσεων με στελέχη. Με λίγα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι μήπως αναδειχθούν κάποιοι «διάσημοι» σε κομματικά όργανα, αλλά πώς ένα κόμμα μπορεί να μετατρέψει κάποιους σε «διάσημους» ξεχωριστά από τις διαδικασίες του.
Συνοψίζοντας, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει μια ευκαιρία μέσα από μια ριζοσπαστική κομματική δομή να αναπτύξει νέους κοινωνικούς δεσμούς με τα στρώματα που εκφράζει και απευθύνεται. Για να συμβεί αυτό οφείλει να δημιουργήσει για τα μέλη ευκαιρίες πραγματικής συμμετοχής σε κομματικές διεργασίες και να επιτρέψει σε ανθρώπους με κοινωνικές αναφορές να τις προωθήσουν στην εσωκομματική συζήτηση.
* Ο Νίκος Γκιώνης είναι Δημόσιος Υπάλληλος, Απόφοιτος ΕΣΔΔΑ, Υπ. Διδάκτορας Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας ΕΚΠΑ
*Όλα τα κείμενα του προσυνεδριακού διαλόγου αναρτώνται στην ιστοσελίδα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και το left.gr