«Ο μύθος υπάρχει μέσα στην πραγματικότητα και η πραγματικότητα μέσα στον μύθο». Με αυτά τα λόγια της ίδιας της καλλιτέχνιδας, θα μπορούσε να περιγραφεί αλλιώς η πολύτροπη εικαστική διαδρομή της Νίκης Καναγκίνη, το γένος Κουτλή (Αλεξανδρούπολη 1933-Αθήνα 3/6/2008), με αφορμή την έκθεση με τον τίτλο «Ωδή στα πράγματα» στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Η Καναγκίνη αποτελεί αναπόσπαστο κρίκο της μεταπολεμικής τέχνης στην Ελλάδα, με τη χαρακτηριστική ποιοτική και ανήσυχα ερευνητική ματιά της.

Στο τέλος της δεκαετίας του 1960, ερχόμενη από σπουδές στο Λονδίνο, εκεί όπου διδάσκεται τις αρχές του Bauhaus, παρουσιάζει στην Αθήνα τις ταπισερί της (tapisserie). Πρόκειται για έργα που κοσμούν μεγάλο μέρος της παρούσας έκθεσης και φανερώνουν την ικανότητά της να χρησιμοποιεί υλικά και παραδοσιακές τεχνικές με πρόθεση να αξιοποιήσει το υλικό της αυτόνομα. Εμπνεόμενη και από τα παραδείγματα υφάνσεων του 3ου αιώνα και μετά από τους Κόπτες (τους χριστιανούς κατοίκους της Αιγύπτου) κατορθώνει να αποδώσει τη σύγχρονη αντίληψη υπέρ μιας τέχνης που ρίχνει το βάρος στη δημιουργική διαδικασία και δεν στέκεται μόνο στο περιεχόμενο.
Σε ένα από τα επόμενα έργα της διερευνά το ίδιο το υλικό του σχοινιού ή της κλωστής, δημιουργώντας μια κατ’ εξοχήν μοντέρνα εγκατάσταση, με τον τίτλο «Κολώνα», με την οποία συμμετείχε στην 5η Μπιενάλε Tapisserie της Λωζάνης το 1971. Μέσα στη Χούντα αρχίζει να την απασχολεί η συμβολική αξία της επιγραφής και της επικοινωνίας μέσω της γραφής, εντάσσοντας λεκτικά σύμβολα στα έργα της. Το έργο της «Η σιωπή δεν είναι χρυσός» δημιουργήθηκε με ξεκάθαρα αντιστασιακό σκοπό. Η ίδια μιλούσε για μια τέχνη πολιτικοποιημένη με την ευρύτερη έννοια του όρου, που θίγει τα δεινά του πλανήτη και ωθεί στη συμμετοχή. Το ίδιο πίστευε και για τα ζητήματα έμφυλης ταυτότητας, τονίζοντας σε άρθρο της το 1976 πως «ο αγώνας της γυναίκας ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με τον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση του ανθρώπου γενικώς».

Τις επόμενες δεκαετίες η Καναγκίνη στέκεται στην εικαστική αξία της χειρονομίας, αποσκοπώντας με τα «Χειρόγραφά» της να απελευθερώσει την αρχέγονη σημασία της γραφής, απαλλάσσοντάς την από τη συγκεκριμένη σημασία της. Η αγωνία της είναι να επικοινωνήσει με τον αποδέκτη του έργου της και γι’ αυτό δεν διστάζει να έρθει σε διάλογο ακόμα και με το κιτς και την τέχνη που αποτελεί βιομηχανικό προϊόν μαζικής κατανάλωσης. Διατηρεί με αυτόν τον τρόπο μια καλλιτεχνικά άγρυπνη στάση, ερχόμενη σε διαλεκτική σχέση με το κοινό, χωρίς όμως να το κρίνει κυνικά ή αφ’ υψηλού∙ αντιθέτως, μπορεί και δημιουργεί -ακόμα και με τα σύγχρονα μαζικής τέχνης προϊόντα- υψηλής ποιοτικής στάθμης εννοιολογικές εικαστικές εγκαταστάσεις. Είναι αρκετά τα εύγλωττα παραδείγματα, όπως οι διακοσμητικές Αφροδίτες του Μποτιτσέλι, τα ψεύτικα λουλούδια, αλλά και η «μπουγάδα» στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και για τον σημερινό θεατή εγκατάσταση «Εν οίκω», όπου -μεταξύ άλλων- συνομιλεί μέσω των ερμίνων της γιαγιάς της με το έργο «Κυρία με την ερμίνα» του Λεονάρντο ντα Βίντσι.
Αν ο Φρίντριχ Νίτσε είχε προειδοποιήσει για την αδυναμία της γλώσσας να μιλήσει με συγκεκριμένο τρόπο, καθώς εδράζεται στην ανάγκη εύρεσης κοινών τόπων επικοινωνίας, και αν ο Ζαν-Φρανσουά Λιοτάρ προχώρησε στο μεταμοντέρνο συμπέρασμα της αδυναμίας της γλώσσας να αναπαραστήσει τα πράγματα, η Καναγκίνη -ως καλλιτέχνιδα με δημιουργικές θα λέγαμε εμμονές- διατηρεί ζωντανή τη διαδραστική, αφαιρετική γλώσσα της τέχνης, μέσω της χειρονομιακής της γραφής. Αναφερόμενη σε αρχέγονα παραδείγματα, όπως τα λεγόμενα σήμερα γκράφιτι (graffiti) από τους ανθρώπους των σπηλαίων ή την πρώτη γνωστή σε μας συμβολική αναπαράσταση του γυναικείου σώματος με τις παλαιολιθικές Αφροδίτες, τις οποίες και αναπλάθει με δημιουργική φρεσκάδα σε δύο έργα της στην παρούσα έκθεση, διευρύνει διαρκώς το εικαστικό της λεξιλόγιο χωρίς να χάνει την οξεία αίσθηση του παρόντος που τη χαρακτήριζε. Βγαίνοντας κανείς από την έκθεση αναρωτιέται ποια θέση θα έπαιρνε σήμερα η Νίκη Καναγκίνη, καθώς το καλλιτεχνικό της αισθητήριο κατανοούσε σε βάθος τη συνεχή εναλλαγή νοημάτων, κρατώντας την πίστη της στο σύμβολο-χειρονομία που παραμένει κατανοητό από τον άνθρωπο κάθε εποχής. Όχι τυχαία, η Καναγκίνη εμπνεόταν και από τις εφημερίδες, που στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης διαμόρφωναν ακόμη την καθημερινότητα της πόλης.
