Το έργο ο Delacroix το πρωτοπαρουσίασε στην γκαλερί Lebrun του Παρισιού, στη φιλελληνική έκθεση του ίδιου έτους, λίγους μήνες μετά το τραγικό συμβάν που συγκλόνισε την Ευρώπη, δίνοντας την οριστική ώθηση στο φιλελληνικό κίνημα μετά τα διαδοχικά γεγονότα που επίσης είχαν συγκλονίσει τις φιλελεύθερες συνειδήσεις - τη Σφαγή της Χίου, τον χαμό του Μάρκου Μπότσαρη και του Λόρδου Μπάιρον. Την ίδια περίπου περίοδο, τον Ιούνιο του 1826, ο Βίκτορ Ουγκό θα γράψει «Τα κεφάλια του Σαραγιού», ποίημα για την πτώση του Μεσολογγίου, όπου θα αναφωνήσει: «Τα άταφα κεφάλια σας γίνονται τα τρόπαιά σας, / τα συντρίμμια σας είναι ένα μνημείο». Στα συντρίμμια αυτά, στα σύγχρονα αυτή τη φορά ερείπια της Ελλάδας, τοποθετεί και την Ελληνίδα του στον πίνακα «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου» ο ρομαντικός ζωγράφος.
Η γαλανομάτα Ελληνίδα του Delacroix δεν είναι, βέβαια, μια ρεαλιστική απεικόνιση της Μεσολογγίτισας της εποχής. Είναι περισσότερο μια σύγχρονη και άοπλη θεά Αθηνά, με τον χιτώνα της κάτω από το μπλε γιλέκο και τη λευκόχρωμη επιδερμίδα της να αντανακλούν την άσπιλη κλασική αξία της ελευθερίας. Τα χέρια της δεν εκλιπαρούν ούτε μόνο πενθούν, όπως στις αντίστοιχες φιγούρες του Ραφαέλο και του Νταβίντ σε έργα που είχε υπόψη ο Delacroix∙ αντιθέτως, είναι όλο παλμό και καλούν όλη την Ευρώπη υπέρ της Ελλάδας που θυσιάστηκε. Είναι γονατισμένη αλλά έτοιμη να ξανασηκωθεί, ακόμα κι αν κάτω από τις μεγάλες πλάκες που στέκεται βρίσκονται οι νεκροί αγωνιστές. Το νεκρό χέρι που τόσο εκφραστικά ζωγραφίζει ο Delacroix εδώ παραπέμπει στο χέρι του ίδιου του ζωγράφου, που είχε ζωγραφίζει ο Géricault στη «Σχεδία της Μέδουσας» του 1819, αλλά και στον στίχο του Μπάιρον από το ποίημα «Η νύφη της Αβύδου»: «το χέρι - του οποίου η κίνηση δεν είναι ζωή - κι όμως μες στην αδυναμία του απειλεί για τη νέα πάλη».
Ο φλογερός και φιλέλληνας Γάλλος ζωγράφος καθιερώθηκε με τις «Σκηνές από τη Σφαγή της Χίου» το 1824, ενώ δημιούργησε το 1830 το εθνικό έργο της Γαλλικής Δημοκρατίας με την «Ελευθερία που οδηγεί τον λαό», η οποία αποτελεί μετεξέλιξη της μορφής της «Ελλάδας», και στο τέλος της ζωής του επέστρεψε πάλι στο αγαπημένο του θέμα, με το οποίο σκεφτόταν να καταπιαστεί από την αρχή της πορείας του, τον Μάρκο Μπότσαρη να επιτίθεται στο τουρκικό στρατόπεδο. Ο Delacroix μας δίνει την επικείμενη ανάσταση της Ελλάδας μέσα από τις στάχτες της, «συνομιλώντας» και με την εικονογραφική παράδοση της Ανάστασης του Χριστού στην ορθόδοξη ζωγραφική ή της «Εις Άδου Καθόδου».
Ο ίδιος παρουσιάστηκε στο γαλλικό φιλότεχνο κοινό με τον «Δάντη στη βάρκα του Αχέροντα», ένα θέμα που αναμφίβολα διήγειρε το καλλιτεχνικό του αισθητήριο. Ο θαυμασμός του, εξάλλου, για τον πρόωρα χαμένο Géricault αποτέλεσε και το εφαλτήριο της δικής του καλλιτεχνικής ανέλιξης, με εκείνον να παρουσιάζει πρώτος το θέμα του θανάτου με τέτοια σαφήνεια στην ιστορική ζωγραφική. Ο Delacroix είναι όμως ταυτόχρονα κοντά στον Γκόγια, καθιστώντας το έργο τέχνης όπλο οικουμενικής αντιπολεμικής διαμαρτυρίας, δημιουργώντας την Γκερνίκα του 19ου αιώνα με τη «Σφαγή της Χίου» και την «Ελλάδα» του εδώ ως «Ελευθερία» που δεν πεθαίνει παρά την εξουσία του θανάτου γύρω της, που συμβολίζεται εδώ όχι μόνο από το χέρι που κείτεται νεκρό, αλλά και από τον επιβλητικό Αιγύπτιο μισθοφόρο, που τοποθετεί στο βάθος του έργου με έπαρση τη σημαία του πάνω στη μόλις κατεστραμμένη πόλη του Μεσολογγίου.
