Από τις απαρχές του έως και τις πιο σύγχρονες εκφάνσεις του το κοινωνικό σινεμά εξετάζει το πεδίο της εργασίας ως κοινωνική συνθήκη, ως τόπο σύγκρουσης, συνείδησης και υπαρξιακής δοκιμασίας. Οι παρακάτω ταινίες λειτουργούν ως πολύσημες καταγραφές της ίδιας διεκδίκησης, όσο κι αν επαναδιατυπώνεται: αυτή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η αφετηρία μιας ιστορικής αναδρομής δεν μπορεί να μην βρίσκεται στην «Απεργία» (1924) του Σεργκέι Αϊζενστάιν, που άλλαξε άρδην τη νεοσύστατη κινηματογραφική γλώσσα. Με όχημα μια απεργιακή κινητοποίηση στη Ρωσία των τσάρων, ο δημιουργός συνθέτει ένα οπτικό μανιφέστο όπου το παράλληλο μοντάζ αποκτά ιδεολογική αιχμή. Η κλιμάκωση της βίας και η διάσπαση της συλλογικότητας οδηγούν σε ένα τελικό μακελειό που αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές στιγμές πολιτικού σινεμά.
Ρεαλισμός και κοινωνικό τοπίο
Πολύ μακριά απ’ τα εμβληματικά πλάνα του ρωσικού έπους, στην απλότητα του ιταλικού νεορεαλισμού, όπου η λιτότητα της φόρμας μεγεθύνει την πολιτική ένταση, βρίσκουμε το σπουδαίο «Η Γη τρέμει» (1948) του Λουκίνο Βισκόντι, που μιλάει για την άνιση αναμέτρηση μιας οικογένειας ψαράδων της Σικελίας με τους μηχανισμούς εκμετάλλευσης των χονδρεμπόρων. Με τη χρήση μη επαγγελματιών ηθοποιών και μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη προσέγγιση, η ταινία αποκρυσταλλώνει το δράμα που πηγάζει από την ανάγκη για βιοπορισμό και τη ματαίωση και γι’ αυτό δίκαια κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας.
Ανάλογο αποτύπωμα έχει αφήσει και το «Αλάτι της Γης» (1954) που είναι γεννημένο στην καρδιά των διώξεων του μακαρθισμού και απαγορεύτηκε στις ΗΠΑ ως αντεθνική. Μετά την αποφυλάκισή του ο Χέρμπερτ Τζ. Μπίμπερμαν γυρίζει μια ταινία βασισμένος σε μια πραγματική απεργία εργατών στα ορυχεία και καταγράφει τη σταδιακή συγκρότηση ταξικής συνείδησης μετατοπίζοντας το βλέμμα προς τις γυναίκες. Όταν η αστυνομία θα προσπαθήσει να διαλύσει τις κινητοποιήσεις, οι γυναίκες θα βγουν μπροστά και θα μετατραπούν σε φορείς πάλης και επιμονής. Θύμα του μακαρθισμού ήταν και ο Μάρτιν Ριτ που σκηνοθέτησε το «Νόρμα Ρέι» το 1979, όπου αναδεικνύει τη δυναμική της συλλογικής δράσης, χωρίς να παραβλέπει το προσωπικό κόστος που αυτή συνεπάγεται. Η Σάλι Φιλντ κέρδισε το Όσκαρ για την ερμηνεία της στον ρόλο της Κρίσταλ Λι Σάτον, μιας αληθινής εργάτριας που έδωσε αγώνα ενάντια στις απάνθρωπες εργασιακές συνθήκες στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας.

Όταν ο αγώνας αποκτά φωνή
Με την ταινία «Η εργατική τάξη πάει στον Παράδεισο» (1971) ο Έλιο Πέτρι αφήνει κατά μέρους τις ευθείες καταγγελίες και ασχολείται με τις γκρίζες ζώνες. Ο ήρωάς του είναι αντιπαθής στα μάτια των συναδέλφων γιατί είναι ταγμένος στην τυφλή υπηρεσία των αφεντικών. Όμως οδηγείται σε μια οδυνηρή αφύπνιση εξαιτίας ενός εργατικού ατυχήματος. Η ταινία εξετάζει προσεκτικά την προδοσία της τάξης, τις ιδεολογικές παλινδρομήσεις των συνδικάτων και την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην ατομική και στη συλλογική στάση. Ανάλογα θέματα διερεύνησε πολλά χρόνια αργότερα ο Κεν Λόουτς με μία απ’ τις πιο οργισμένες και παθιασμένες ταινίες της καριέρας του. Στο «Ψωμί και τριαντάφυλλα» (2000) ο Λόουτς αντιμετωπίζει με την ξακουστή ιδεολογική του ακεραιότητα τα ακανθώδη ζητήματα εκμετάλλευσης, φόβου και συμβιβασμού που περιπλέκονται στην ανάγκη για επιβίωση, μέσα από τη ζωή μιας μετανάστριας καθαρίστριας στο Λος Άντζελες που θα βρεθεί στο επίκεντρο ενός σκληρού και άνισου συνδικαλιστικού αγώνα ενώ έχει πολλά να χάσει.
Εξίσου δυναμικό είναι το παραγνωρισμένο «Matewan» (1987) του Τζον Σέιλς. Ο προπάτορας του αμερικανικού ανεξάρτητου σινεμά ανασυνθέτει με εσωτερικούς τόνους και χωρίς εντάσεις μια εμβληματική σύγκρουση ανθρακωρύχων στις Ηνωμένες Πολιτείες, εστιάζοντας στις διχαστικές μάχες των εργατών με τους απεργοσπάστες. Περισσότερο σαρκαστικό και πιο πυκνά δομημένο είναι το ντεμπούτο του Πολ Σρέιντερ με τίτλο «Θανάσιμη απειλή» (1978), που μας υπενθυμίζει ότι η εργασία δεν είναι μόνο πεδίο συλλογικών διεκδικήσεων αλλά και χώρος καθημερινής τριβής, ψυχοφθόρας διαπραγμάτευσης και εύθραυστων ισορροπιών.

Η καθημερινότητα ως πεδίο αντίστασης
Στην ταινία «Στο φως του φεγγαριού» (1982) ο Γέρζι Σκολιμόφσκι εξερευνά την εμπειρία της εργασίας στην εξορία. Μια ομάδα από Πολωνούς εργάτες καταφθάνει στο Λονδίνο για να χτίσουν μια πολυτελή κατοικία για έναν πολιτικό. Σπουδαία ταινία για τους αφανείς ήρωες που μένουν εγκλωβισμένοι στις ρωγμές της ιστορίας και που πληρώνουν πρώτοι το βαρύ τίμημα των κοινωνικών αλλαγών.
Ο βρετανικός κινηματογράφος προσεγγίζει την εργατική εμπειρία, τις ματαιώσεις των αγνών ιδεών και τη ρήξη με την εξουσία με ακατέργαστη ειλικρίνεια και ανθρωπισμό σε ταινίες όπως το «Σάββατο βράδυ, Κυριακή πρωί» (1961) του Κάρελ Ράιζ και το «The Loneliness of the Long Distance Runner» (1962) του Τόνι Ρίτσαρντσον, του οποίου ο υπέροχος τίτλος περιορίστηκε στα ελληνικά σε ένα απλό «Ο επαναστάτης».
Τέλος, δεν μπορεί να λησμονηθεί το ιδιοφυές ως προς την κατασκευή του δράμα με τίτλο «Ο άνθρωπος δεν είναι πουλί» (1965) του Ντούσαν Μακαβέγιεφ, που υπονομεύει το στερεότυπο του «ιδανικού εργάτη» αναδεικνύοντας τις αντιφάσεις και τον ιδιοτελή ανταγωνισμό που διαχρονικά υπονομεύει την αλληλεγγύη και δηλητηριάζει την εργατική τάξη.
Όποια ταινία κι αν διαλέξουμε, θα θυμηθούμε ότι όταν οι ατομικές ιστορίες συναντούν την Ιστορία, το σινεμά βρίσκει ξανά τον βασικό λόγο ύπαρξής του: να ερμηνεύει, να θυμάται, να αφυπνίζει.
