Δεν γνωρίζω αν υπήρξε ποτέ σε χώρα της Ευρώπης πολιτικός που να σκέφτηκε ότι η ψήφος των πολιτών τον απαλλάσσει από κάθε ποινική ή πολιτική ευθύνη. Ίσως κάποιοι στο βάθος του μυαλού τους να το είχαν σκεφθεί και επιδιώξει, αλλά ουδείς τόλμησε, εκτός από τον Μπερλουσκόνι, να το διεκδικήσει δημοσίως. Κι αυτό όχι γιατί το χρίσμα που ελάμβανε τον μεταμόρφωνε, ελέω λαού, σε απόστολο των κοινοβουλευτικών ή κυβερνητικών αξιών της αστικής δημοκρατίας, αλλά γιατί γνώριζε ότι θα περιπέσει σε δημόσια χλεύη και η πολιτική του καριέρα θα τερματιζόταν.
Αυτό ίσχυε και στην "ατελή δημοκρατία", όπως την έχουμε χαρακτηρίσει, του νεότερου ελληνικού κράτους. Οι πολιτικοί προσπαθούσαν ο ιδιωτικός και δημόσιος βίος τους να μην προκαλεί το δημόσιο αίσθημα. Εδώ και μια εικοσαετία περίπου, η εκλογή στο Κοινοβούλιο και -κυρίως- η ανάληψη κυβερνητικών θέσεων ισοδυναμούν (και διεκδικούνται) με οιονεί ασυλία. Και κάθε αμφισβήτηση αυτής της ασυλίας καταγγέλλεται ως "υπομονετική της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού", υποκινούμενη "από μικροκομματικά συμφέροντα" ή από μη προσδιορισμένα "σκοτεινά κέντρα συμφερόντων".
Το πολιτικό προσωπικό είχε μάλιστα προνοήσει να κατοχυρώσει και συνταγματικά το προνόμιο της ασυδοσίας με τον περίφημο νόμο περί ευθύνης υπουργών, τον οποίο αναγκάστηκε να καταργήσει με συνταγματικούς ακροβατισμούς στις υποθέσεις Τσοχατζόπουλου, Παπαντωνίου και Παπακωνσταντίνου. Θυμίζω ότι όσοι, τη δεκαετία του 2000, τολμούσαν να μιλήσουν για υπόνοιες σκανδάλων με τους εξοπλισμούς, τη Siemens, τις εργολαβίες, τις κρατικές προμήθειες, καταγγέλλονταν ως επικίνδυνοι λαϊκιστές και έπαιρναν την υποκριτική απάντηση "όποιος έχει αποδείξεις να πάει στον εισαγγελέα".
Το ίδιο υποκριτική ήταν και η συζήτηση και κατάληξη της χθεσινής συζήτησης στη Βουλή για εξεταστική επιτροπή για τα υποβρύχια. Ήταν ένας προαναγγελθείς ενταφιασμός ενός ακόμη πολιτικού σκανδάλου. Ήταν η απόρριψη από το (ενωμένο αυτή τη φορά) κομματικό σύστημα, που τα τελευταία 40 χρόνια παράγει πολιτική διαφθορά να ερευνήσει αν υπάρχουν ευθύνες, ποινικές ή πολιτικές, μιας υπόθεσης που όλοι έχουν αποδεχθεί ότι αναδύει οσμή σκανδάλου και διαφθοράς.
Οι σχέσεις της πολιτικής και των πολιτικών προσώπων με τις μίζες, τις παράνομες χρηματοδοτήσεις, το πολιτικό χρήμα δεν είναι, όπως πολλοί ισχυρίζονται, ελληνική ιδιαιτερότητα. Είναι κοινός τόπος σε όλες τις χώρες της Ευρώπης όπου κάθε χρόνο σχεδόν σκάει και μια τέτοια υπόθεση. Αλλά υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά: όποιος συλλαμβάνεται "με το χέρι στο βάζο με το γλυκό" το πληρώνει. Πάει φυλακή ή εξοστρακίζεται από τον δημόσιο βίο. Ακόμη και στην Ιταλία του Μπερλουσκόνι, ο Κράξι πέθανε φυγόδικος στην Τυνησία, ο Ντε Μικέλις πέρασε κάποια χρονάκια στη φυλακή και ο Καβαλιέρε δικάστηκε, καταδικάστηκε και εξέπεσε του αξιώματός του παρά τον εκβιασμό του ότι θα ρίξει την κυβέρνηση στην οποία μετείχε.