Live τώρα    
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ / Η ήττα της Δύσης;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ / Η ήττα της Δύσης;

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Μετά τη χημική επίθεση της 21ης Αυγούστου στα προάστια της Δαμασκού, οι χώρες που συγκροτούν το δυτικό μπλοκ, με ηγέτιδα δύναμη τις ΗΠΑ, επεξεργάζονταν σχέδια για την αντιμετώπιση της συριακής κρίσης. Για τους δυτικούς συμμάχους την ευθύνη της επίθεσης έφερε το καθεστώς Άσαντ.

Η κατάσταση στις αρχές Σεπτεμβρίου φαινόταν μη αναστρέψιμη. Ο πρόεδρος Ομπάμα προωθούσε τη λύση μιας στρατιωτικής επέμβασης και ο Φρανσουά Ολάντ υπερθεμάτιζε της απόφασης αυτής. Παρ' όλα αυτά, τρία γεγονότα επέδρασαν στην αναστολή υλοποίησής της. Αρχικά η ψηφοφορία στο Βρετανικό Κοινοβούλιο στις 29 Αυγούστου αποτέλεσε την πρώτη αμφισβήτηση της τότε κυρίαρχης τάσης για επέμβαση. Η Βουλή των Κοινοτήτων απέρριψε την πρόταση της κυβέρνησης Κάμερον που ταυτιζόταν με αυτή των ΗΠΑ. Δεύτερον, η αρχική αποφασιστικότητα του Ομπάμα αντικαταστάθηκε από μια κίνηση που έδειχνε σαφώς την πρόθεσή του να αναζητήσει εναλλακτικές, μετά και τη μη ευνοϊκή ψηφοφορία στη βρετανική Βουλή. Έτσι υιοθέτησε μια διαλλακτικότερη γραμμή και εισηγήθηκε την αναπομπή του σχεδίου για τη Συρία στο Κογκρέσο. Η τρίτη εξέλιξη αφορά την εμπλοκή της ρωσικής διπλωματίας, η οποία διά του υπ. Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ παρουσίασε ένα σχέδιο πολιτικής λύσης με ταυτόχρονη καταστροφή του χημικού οπλοστασίου του καθεστώτος Άσαντ.

Οι συγκεκριμένες πολιτικές κινήσεις δείχνουν ότι το μοντέλο που κυριάρχησε στη δυτική διπλωματία μεταπολεμικά, όπου τις αποφάσεις λάμβαναν οι ΗΠΑ ως υπερδύναμη, περνά κρίση. Η Δύση φαίνεται να βρίσκεται σε στρατηγικό αδιέξοδο και να μην μπορεί να επιβάλει τους σχεδιασμούς της στη Συρία. Είμαστε λοιπόν μπροστά σε μία ήττα της δυτικής εξωτερικής πολιτικής, όπως ήταν γνωστή μέχρι σήμερα; Για να απαντηθεί το ερώτημα, είναι αναγκαίο να επικεντρωθούμε σε δύο άξονες:

Πρώτον, πρέπει να διερευνηθεί ο ρόλος της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Ο Ομπάμα στην πρώτη του θητεία, θέτοντας στόχους στο πλαίσιο του δόγματός του για την εξωτερική πολιτική, όπως η αποδέσμευση των αμερικανικών δυνάμεων από τα μέτωπα του Αφγανιστάν και του Ιράκ και η διευθέτηση του ζητήματος του Γκουαντάναμο, έδειξε ότι υπήρχε κάποιος στρατηγικός σχεδιασμός.

Αντίθετα, στη δεύτερη θητεία της, η κυβέρνηση προωθεί διαφορετική ατζέντα δίνοντας έμφαση σε εσωτερικά ζητήματα. Αυτό έγινε ξεκάθαρο και στη συνέντευξη Τύπου του Ομπάμα κατά την επίσκεψή του στη Στοκχόλμη τον Σεπτέμβριο, όπου δήλωσε: "Θα προτιμούσα να ασχολούμαι περισσότερο με το πώς ένα παιδί τριών ή τεσσάρων χρόνων θα λάβει καλή εκπαίδευση" παρά με το ζήτημα της Συρίας. Αυτή η έλλειψη στρατηγικής ήταν έκδηλη και στη διαχείριση της πρόσφατης κρίσης στην Αίγυπτο, όταν οι αμερικανικές αρχές εμφανίστηκαν αμήχανες μπροστά στις εξελίξεις. Πρόσφατα μάλιστα ο Μπάρακ Ομπάμα ακύρωσε την επίσκεψή του στο Μπαλί, όπου θα είχε συνομιλίες με τον πρόεδρο Πούτιν για το συριακό ζήτημα, λόγω της εσωτερικής κρίσης που προκλήθηκε από το "κλείσιμο" της αμερικανικής κυβέρνησης. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποτιμά τη σημασία της συγκρότησης ενός συνεκτικού μοντέλου εξωτερικής πολιτικής.

Η δεύτερη παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν είναι η επίδραση της κοινής γνώμης. Μετά τη γνωστοποίηση των αρχικών προθέσεων των ΗΠΑ για στρατιωτική επιχείρηση στη Συρία, οργανώθηκε ένα αντιπολεμικό κίνημα με πορείες διαμαρτυρίας και συλλογή υπογραφών που υποστηρίχθηκε ακόμα και από οργανώσεις φιλικές προς τους Δημοκρατικούς. Επιπλέον η ψηφοφορία στο βρετανικό Κοινοβούλιο αντανακλούσε τη λαϊκή βούληση για εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων και, όπως επεσήμανε και ο πρόεδρος των Εργατικών Έντ Μίλιμπαντ: "Ο λαός της Βρετανίας ζητεί από εμάς να μάθουμε από την περίπτωση του Ιράκ".

Συμπερασματικά, λοιπόν, γίνεται κατανοητό ότι το δυτικό μοντέλο εξωτερικής πολιτικής, που επέτασσε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ως μοναδική λύση για τη διευθέτηση διαφορών στη Μέση Ανατολή και αλλού, πλέον αμφισβητείται και το ερώτημα που εγείρεται είναι: Πώς θα μοιάζει ο καινούργιος πολυπολικός κόσμος χωρίς την κυριαρχία της Δύσης και των ΗΠΑ στις διεθνείς σχέσεις;

* Ο Κ. Βλαχόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Εδιμβούργου

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0