Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα σοφό παιδί που ζούσε στη χώρα τού τίποτα και του κανενός. Έχοντας στο δισάκι του το ανατρεπτικό χιούμορ, την αμφισβήτηση και την ειρωνεία, το σοφό παιδί της μεταπολίτευσης ξεκίνησε τις περιπλανήσεις του από τις προθήκες των βιβλιοπωλείων για να περάσει γρήγορα από τα στενά της αμφισβήτησης στα δαιδαλώδη μονοπάτια της εξουσίας. Ήταν τόσο σοφό μάλιστα αυτό το παιδί που πριν καλά καλά γίνει άντρας πρόσφερε τη σοφία του στους εκσυγχρονιστές και στους ανιδιοτελείς αναμορφωτές αυτού του τόπου. Τους εξόπλισε με τη σοφία του λόγου και της σκέψης του χωρίς κανένα υλικό αντάλλαγμα. Ήταν της άποψης πως η σοφία δεν πωλείται ούτε εξαργυρώνεται. Τα χρόνια περνούσαν και όσο μεγάλωνε το παιδί τόσο ενηλικιωνόταν και η σοφία του. Το ανατρεπτικό χιούμορ ωρίμαζε και γινόταν δηκτικότητα για όσους αμφισβητούσαν τη σοφία του. Η αμφισβήτηση έδινε τη θέση της στην υπευθυνότητα του σεβάσμιου γέροντα και η ειρωνεία απελευθερωνόταν σε μια ελευθεριάζουσα γλώσσα. Η τέχνη του μετανάστευσε από τις προθήκες της οδού Σόλωνος στα ράφια των σούπερ μάρκετ και η σοφία με τα χρόνια έγινε μαγκιά. Και η σοφία έγινε τσαμπουκάς. Άλλοτε λεκτικός τσαμπουκάς που στοιχημάτιζε όρχεις, καταριόταν γυναικείους οργασμούς και έπλαθε λέξεις σαν τους αναρχοάπλυτους - συριζοταλιμπάν. Κι άλλοτε πάλι η σοφία γινόταν σιωπηλός τσαμπουκάς που θρηνούσε βουβά σαν την φλόγα ενός κεριού έξω από πυρπολημένους κινηματογράφους. Το παιδί έγινε μεσήλικας και η σοφία του πέρασε από το χαρτί στις οθόνες των υπολογιστών και σε κεντρικές επιτροπές κυβερνητικών συνιστωσών. Το παιδί ήταν έτοιμο πια να κυβερνήσει. Ήθελε και μπορούσε. Να πορευτεί με σύνεση και υπευθυνότητα σε ένα καινούργιο μονοπάτι που θα έδινε στη χώρα τού τίποτα και του πουθενά μια νέα ταυτότητα. Είχε έρθει πια ο καιρός που ο «σοφός» θα γινόταν «ξύπνιος» και το «παιδί» θα γινόταν «κύριος». Γιατί μπορεί η σοφία να μην εξαργυρώνεται, η εξυπνάδα όμως πωλείται και μάλιστα ακριβά, αρκεί να βρεθεί ο κατάλληλος υπουργικός αγοραστής που θα την εκτιμήσει και θα την κοστολογήσει.