Είδαμε κι απόειδαμε μέχρι να αυξήσει στα μουλωχτά τη ρευστότητα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ακολουθώντας με μεγάλη καθυστέρηση τις κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας και τελικά κάτι φαίνεται ότι δεν πάει καλά. Τι ακριβώς συμβαίνει; Γιατί κολλάει η ανάπτυξη, ενώ η ρευστότητα είναι πλέον υψηλή;
Παρ' ότι δεν το διατυμπανίζει, η ΕΚΤ αύξησε κατακόρυφα τη ρευστότητα παρέχοντας αφειδώς φθηνό χρήμα στις ευρωπαϊκές τράπεζες για να αποτρέψει την "πτώση" της Ιταλίας και της Ισπανίας. Η ρευστότητα αυτή, όμως, δεν πηγαίνει στην πραγματική οικονομία. Οι τράπεζες κλείνουν τις δικές τους τρύπες και στηρίζουν τα ομόλογα των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Βεβαίως, αν δεν είχε γίνει ούτε αυτό, το ευρώ ίσως θα αποτελούσε παρελθόν, ενώ σε κάθε περίπτωση θα είχαν χρεωκοπήσει οι χρεωμένες χώρες του Νότου και οι τράπεζές τους.
Η ρευστότητα αυτή, αν και υψηλή, όχι μόνο δεν διοχετεύεται στην πραγματική οικονομία, αλλά αποτελεί νέο πεδίο κερδοσκοπίας καθώς διοχετεύεται στα χρηματιστήρια προς άγραν εύκολων και γρήγορων κερδών. Εδώ φαίνεται να ισχύει η ρήση του Μαρξ για τους καπιταλιστές και το σχοινί...
Οι τράπεζες - ζόμπι, αφού γλίτωσαν τη χρεωκοπία με δημόσιο χρήμα, κερδοσκοπούν εκ νέου αδιαφορώντας για την πραγματική οικονομία. Έτσι ακόμη και μεγάλες επιχειρήσεις του ευρωπαϊκού Νότου αναγκάζονται να καταφεύγουν σε δανειοδότηση με την έκδοση δικών τους τίτλων, που έχουν υψηλό επιτόκιο, κοντά στο 8%, ενώ, αν προσφύγουν σε απευθείας τραπεζικό δανεισμό, το επιτόκιο εκτοξεύεται περισσότερο. Κι αυτό συμβαίνει για τις επιχειρήσεις που μπορούν να δανειστούν έστω και ακριβά, πράγμα που σημαίνει ότι χάνεται μεγάλο μέρος από την ανταγωνιστικότητα που κερδίζουν λόγω της δραματικής μείωσης των μισθών. Πρόκειται για φαύλο κύκλο, με θύματα κυρίως τις δυνάμεις της εργασίας.
Όμως, εκτός από ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές, που δανείζονται πολύ ακριβά, χιλιάδες άλλες μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν βλέπουν ούτε με κιάλια τη ρευστότητα, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν οξύ πρόβλημα επιβίωσης. Αν δεν γίνει κάτι σύντομα στην κατεύθυνση της πραγματικής και όχι εικονικής διοχέτευσης της ρευστότητας στην παραγωγική οικονομία, έρχονται ακόμη περισσότερα λουκέτα.
Πέραν όμως του τραπεζικού συστήματος, η καλύτερη στήριξη για χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα ήταν η στοχευμένη ενίσχυση της ζήτησης σε κλάδους με υψηλή προστιθέμενη αξία, όπως και σε κλάδους που μπορούν να υποκαταστήσουν τις εισαγωγές ή να παραγάγουν καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες. Αυτό, όμως, είναι σχεδόν αδύνατο, εν μέσω βαθιάς, ανατροφοδοτούμενης ύφεσης και υψηλού κόστους δανεισμού.