ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΪΚΟΥ
Το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜ.ΑΡ. έχουν αυτή την ώρα απόλυτη ανάγκη να διαφοροποιηθούν με κάποιον τρόπο από τη Ν.Δ. Να καταδείξουν την, κατά πολιτική «ποιότητα», διαφορετικότητά τους απέναντι στη συντηρητική πλειοψηφία της συγκυβέρνησης. Και τούτο επειδή διαπιστώνουν ότι, στην πράξη, κινδυνεύουν ν' απορροφηθούν από κείνη. Οι κεντροαριστεροί κυβερνητικοί εταίροι βλέπουν να συρρικνώνεται δραματικά η επιρροή τους, και μονάχα η Ν.Δ. να διασώζεται, κατά κύριο λόγο εις βάρος τους.
Το 10%-12% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ του 2012, καθώς και το 7%-9% εκείνων της ΔΗΜ.ΑΡ. (σύμφωνα με τον μέσο όρο των ευρημάτων όλων των δημοσκοπήσεων) μετακομίζουν ήδη προς τη Ν.Δ. Βάζοντας σε δεινή δοκιμασία τα μικρότερα κόμματα της συγκυβέρνησης. Με συνέπεια, το ΠΑΣΟΚ, ειδικώς, να βρίσκεται αυτή τη στιγμή στα όρια της πολιτικής επιβίωσης. Αν δε λάβει κανείς υπ' όψιν ότι οι απώλειες του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜ.ΑΡ. είναι ανάλογες, ίσως μεγαλύτερες και προς την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, αντιλαμβάνεται το υπαρξιακό δράμα των συγκυβερνώντων. Και την αδήριτη (και απολύτως επείγουσα) ανάγκη πραγματοποίησης κάποιας «κίνησης προς τα εμπρός».
Η εικόνα ενισχύεται ακόμη περισσότερο με βάση το γεγονός ότι, αυτή την εποχή, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς «αποθεώνεται» ως εθνικός σωτήρ. Από τους μνημονιακότερους των ημεδαπών σχολιαστών έως και την αρθρογραφία της Bild. Με τους άλλους δύο αρχηγούς να συνωθούνται απλώς στη σκιά του. Είναι χαρακτηριστικό ότι μια σειρά κομματικών στελεχών ή και «θεωρητικών» της «μνημονιακής κεντροαριστεράς» δύσκολα κρύβουν το θαυμασμό τους προς τον πρωθυπουργό χαρακτηρίζοντάς τον «θετική έκπληξη» ή ακόμη και «αποκάλυψη»...
Με ποιον θα πας και ποιον θ' αφήσεις
Με βάση αυτά τα δεδομένα θα περίμενε κανείς ότι στρατηγικού χαρακτήρα επιλογή του Αντώνη Σαμαρά θα ήταν να ηγηθεί της «μεγάλης ευρωπαϊκής παράταξης», κεντροδεξιού κατά βάση προσανατολισμού, και με ολίγες αριστερές πινελιές ενδεχομένως. Η πολιτική βάση υπάρχει, δεν θα έμενε παρά η αξιοποίησή της. Αυτό ήταν όντως το αρχικό σχέδιο το εκπορευόμενο από το Μέγαρο Μαξίμου, για το περιεχόμενο του οποίου έχει ήδη αναπτυχθεί πλούσια, δημοσιογραφικού τύπου, σεναριολογία.
Κι όμως, η πρακτική του κόμματος της Ν.Δ., υπό την έμπνευση των στενότερων εκ των συνεργατών του πρωθυπουργού, όχι μόνο υπονομεύει την περί ης ο λόγος προοπτική, αλλά στην πράξη οδηγεί προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Κι έτσι, από το όραμα της «μεγάλης ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς», οδηγούμαστε στην πραγματικότητα της εσωστρεφούς, φοβικής, και μάλλον όχι και τόσο μεγάλης, δεξιο-ακροδεξιάς. Με στόχο, κατ' αποκλειστικότητα σχεδόν, τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής, ίσως έως ένα βαθμό και των Ανεξάρτητων Ελλήνων.
Προς αυτή την κατεύθυνση προσανατολίζει το φλερτ με τον Γιώργο Καρατζαφέρη, ή με τον Κώστα Μακρόπουλο, τον Χρήστο Ζώη και τους λοιπούς δεξιούς «νεο-αποστάτες». Αυτή την κατεύθυνση φωτογραφίζει η προνομιακή κομματική αξιοποίηση του Βορίδη και του Γεωργιάδη. Προς αυτή την κατεύθυνση οδηγεί το εν πλήρει εφαρμογή δόγμα «νόμος και τάξη», ο όλος αντιμεταναστευτικός κυβερνητικός οίστρος, καθώς και η, κεντρικής επιλογής πάντως, «αντιστασιακή» νεοδημοκρατική πρακτική απέναντι στο αντιρατσιστικό του Αντώνη Ρουπακιώτη. Και οι όλες τέλος πάντων οπισθοχωρήσεις προς την Ακροδεξιά.
Το ερώτημα που ευλόγως ανακύπτει είναι: Προς τι; Για ποιο λόγο επιλέγεται τελικά αυτή η γραμμή έναντι της άλλης; Δεδομένου ότι επ' ουδενί μπορούν να συνδυαστούν. Η μία καταφανώς υπονομεύει ή και ακυρώνει την άλλη. Αφού θα αποθαρρυνθούν έτσι οι διαθέτοντες «υπόλοιπα» δημοκρατικών ευαισθησιών, οι «σοβαρότεροι» εκ των δυνάμει υποστηρικτών του πρωθυπουργού. Ακόμη και οι θερμότεροι εκ των οψίμων θαυμαστών του.
Η απάντηση είναι μάλλον απλή. Όχι μόνο η πλειονότητα των βουλευτών και των στελεχών της Ν.Δ. Όχι μόνο το στενό πρωθυπουργικό περιβάλλον. Αλλά και ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς αυτός είναι. Της συγκεκριμένης ιδεολογικοπολιτικής σκευής. Όπως ακριβώς αυτοπροτάθηκε στον λαό ως ΠΟΛ.ΑΝ. Όπως ακριβώς πολιτεύτηκε προκειμένου να κατακτήσει την ηγεσία της Ν.Δ., και τα κατάφερε. Όπως ακριβώς λειτούργησε προεκλογικά για λογαριασμό του κόμματός του, με αποτέλεσμα να το συρρικνώσει ασφυκτικά.
Μιλούμε για το πολιτικό προσωπικό αλλά και για τον πολιτικό ηγέτη, από το μυαλό και από τη συνείδηση των οποίων ο διαφωτισμός πέρασε και δεν ακούμπησε...