Με το μελάνι της υπογραφής του Αντ. Σαμαρά να μην έχει στεγνώσει ακόμα πάνω στην αντισυνταγματική συνταγματικότητας απόφαση για "προληπτική" επιστράτευση των εκπαιδευτικών, η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ με επικεφαλής τον Αλ. Τσίπρα κατέθεσε πρόταση νόμου για την κατάργηση του μέτρου της πολιτικής επιστράτευσης εργαζομένων πριν και μετά την κήρυξη απεργίας.
Η πρόταση νόμου του ΣΥΡΙΖΑ αποσκοπεί τελικά στην προστασία του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της απεργίας, η καταστρατήγηση του οποίου μοιάζει να αποτελεί μεθοδευμένη πολιτική επιλογή της κυβέρνησης, που κλιμακώνεται εδώ και μήνες με αποκορύφωμα την απεργία των εκπαιδευτικών. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αλ. Τσίπρας από το βήμα της Βουλής προειδοποίησε ότι "η επόμενη σύγκρουση και απεργία δεν θα έχει μπροστά συνδικαλιστές, θα είναι πολιτική απεργία και θα έχει μπροστά τις δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου" (βλ. σελ. 4).
Ειδικότερα, η πρόταση νόμου που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ προβλέπει την αντικατάσταση του ισχύοντος άρθρου με διάταξη που ορίζει ότι "η πολιτική επιστράτευση ή η με οποιονδήποτε τρόπο επίταξη των υπηρεσιών απεργών απαγορεύονται απολύτως, είτε πριν είτε μετά την κήρυξη της απεργίας" και ότι "πολιτική επιστράτευση που έχει κηρυχθεί και δεν έχει ανακληθεί παύει να ισχύει".
Παραπέμποντας σε σχετική απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην αιτιολογική έκθεση σημειώνεται ότι έχει κριθεί πως η "κατοχυρούμενη από το Σύνταγμα (άρθρο 22) ελευθερία της εργασίας επιτρέπεται να καταλυθεί με την επιβολή επίταξης προσωπικών υπηρεσιών, μόνον στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρου 22 του Συντάγματος, ήτοι για την αντιμετώπιση κινδύνων που απειλούν το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον, όπως είναι οι θεομηνίες ή η αντιμετώπιση 'ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία'".
Όπως σημειώνεται, από αυτό συνάγεται ότι τόσο η διεύρυνση της δυνατότητας επίταξης υπηρεσιών "για κάθε άμεση κοινωνική ανάγκη που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη" από τον νομοθέτη όσο και η χρήση της διάταξης αυτής ως απεργοσπαστικού μηχανισμού είναι ευθέως αντίθετες με το Σύνταγμα.
Επιπλέον επισημαίνεται αφενός ότι η πρακτική αυτή αντιτίθεται προδήλως στη διάταξη της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας "περί της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας" του 1930 και, αφετέρου, ότι "το ισχύον νομικό πλαίσιο ενεργοποιεί το χουντικό π.δ. 506/1974 (Α' 206/20-7-1974) 'περί γενικής επιστρατεύσεως των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας', που διαιωνίζει τις πρακτικές της δικτατορίας σε δημοκρατική περίοδο".
Αντισυνταγματική και αντιδημοκρατική η πολιτική επιστράτευση
Κατόπιν των παραπάνω σημειώνεται στην αιτιολογική έκθεση ότι "η πολιτική επιστράτευση απεργών είναι μέτρο καθαρά αντισυνταγματικό και αντιδημοκρατικό, αφού παρεμποδίζει ανεπίτρεπτα την άσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου εργασιακού δικαιώματος για απεργία". Με αφορμή την περίπτωση της επιστράτευσης των εκπαιδευτικών, υπογραμμίζεται ότι "η απόφαση του πρωθυπουργού εισάγει νέο είδος εκτροπής από τη συνταγματική νομιμότητα, την «προληπτική» επιστράτευση εργαζομένων, προτού τα αρμόδια συνδικαλιστικά όργανα λάβουν τη σχετική για την απεργία απόφαση". Η Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ επισημαίνει ότι "αυτός ο παράνομος καταναγκασμός σε εργασία συνιστά νέο 'ποιοτικό' άλμα στον κατήφορο του αυταρχισμού, που οι μνημονιακές κυβερνήσεις επιβάλλουν ως τρόπο συνήθους διακυβέρνησης (Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, επιτάξεις, δικαστικές απαγορεύσεις απεργιών κ.λπ.)".
Για τον σκοπό αυτόν, ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει την "κατάργηση της ρύθμισης του νόμου που διευρύνει, ανεπίτρεπτα κατά το Σύνταγμα, τους σκοπούς για τους οποίους μπορεί να επιβληθεί επίταξη υπηρεσιών και ρητά απαγορεύεται η πολιτική επιστράτευση απεργών".
Παράλληλα, αφού τονίζεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ριζικά αντίθετος και με άλλες ρυθμίσεις του ισχύοντος νόμου (3536/2007), σημειώνεται ότι καταθέτει τη συγκεκριμένη πρόταση "ως άμεσα αναγκαία, εν όψει της καταχρηστικής και αντισυνταγματικής κυβερνητικής πρακτικής των τελευταίων μηνών, και μάλιστα με αναδρομική ισχύ, ώστε να παύσουν να ισχύουν οι πρωθυπουργικές αποφάσεις του τελευταίου οκταμήνου για τις πολιτικές επιστρατεύσεις των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ναυτεργατών και εργαζομένων στις σταθερές συγκοινωνίες".