Στη γνωστή πεπατημένη της κατάθεσης νομοσχεδίων – Φρανκεστάιν, με δεκάδες ετερόκλητες διατάξεις που καθιστούν αδύνατη την ουσιαστική διαβούλευση και επεξεργασία, κινείται ξανά η κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Αυτές τις ημέρες εισάγεται στη Βουλή το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών υπό τον τίτλο: «Διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας - Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226 του Συμβουλίου της 17ης Οκτωβρίου 2023 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872 του Συμβουλίου της 14ης Απριλίου 2025 για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/16/ΕΕ σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις και λοιπές διατάξεις».
Πρόκειται για ένα πολυνομοσχέδιο που περιλαμβάνει από ρυθμίσεις σχετικές με τη φορολογία και τα κρυπτοστοιχεία μέχρι τη δημόσια περιουσία, τα μέσα ενημέρωσης, καθώς και ρυθμίσεις άλλων υπουργείων. Μια πρακτική που σηματοδοτεί κακή νομοθέτηση και συνειδητή υποβάθμιση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.
Ομολογούν τα μεγάλα κενά στο σύστημα των φορολογικών μηχανισμών
Η κυβέρνηση επικαλείται τη φορολογική διαφάνεια και την ανάγκη καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Όμως, αν διαβάσει κανείς προσεκτικά ακόμη και την ίδια την «Ανάλυση Συνεπειών Ρυθμίσεων» που συνοδεύει το εν λόγω σχέδιο νόμου, θα διαπιστώσει κάτι αποκαλυπτικό: η ίδια η διοίκηση παραδέχεται ότι μέχρι σήμερα υπήρχαν σοβαρές αδυναμίες στο σύστημα!
Παραδέχεται ότι υπάρχει δυσκολία εντοπισμού συναλλαγών σε κρυπτοστοιχεία, ότι η ανταλλαγή πληροφοριών δεν ήταν επαρκής και ότι απαιτούνται νέοι μηχανισμοί για να καλυφθούν αυτά τα κενά.
Δηλαδή, η κυβέρνηση έρχεται σήμερα να διορθώσει ένα σύστημα που δεν λειτουργούσε αποτελεσματικά -και το οποίο η ίδια διαχειρίζεται τα τελευταία χρόνια.
Αντί, όμως, να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ενίσχυσης των φορολογικών μηχανισμών:
- μετακυλίει το βάρος στους πολίτες και στις επιχειρήσεις,
- επιβάλλει εκτεταμένες υποχρεώσεις αναφοράς και αυξάνει τις κυρώσεις,
- διευρύνει τις υποχρεώσεις συμμόρφωσης.
Και όλα αυτά χωρίς να διασφαλίζει ότι το κράτος έχει τη δυνατότητα να επεξεργαστεί, να αξιοποιήσει και τελικά να ελέγξει ουσιαστικά αυτά τα δεδομένα. Με άλλα λόγια, δημιουργεί ένα σύστημα αυστηρό στα χαρτιά, αλλά αμφίβολο στην εφαρμογή.
Την ίδια στιγμή, η ίδια η ανάλυση αποκαλύπτει και κάτι ακόμη: σημαντικές δομές που θεσμοθετήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, όπως η Ανεξάρτητη Αρχή Πιστοληπτικής Αξιολόγησης, δεν λειτούργησαν όπως προβλεπόταν και σήμερα επιχειρείται εκ των υστέρων αναδιοργάνωσή τους. Πρόκειται για μία ωμή παραδοχή αποτυχίας εκ μέρους του αρμόδιου υπουργείου.
Παγιώνει και διευρύνει το καθεστώς αδικίας
Αντίστοιχα, σε επιμέρους φορολογικές ρυθμίσεις, αναγνωρίζεται ότι εργαλεία όπως τα τεκμαρτά εισοδήματα ή οι μέσοι όροι μπορούν να οδηγήσουν σε στρεβλώσεις και σε αναντιστοιχία με την πραγματική οικονομική κατάσταση των φορολογουμένων. Επί της ουσίας, η ίδια η κυβέρνηση γνωρίζει ότι το σύστημα που εφαρμόζει μπορεί να είναι άδικο. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, το διευρύνει.
Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται το βασικό πολιτικό ζήτημα, σύμφωνα με πηγές από την Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία: το σχέδιο νόμου δεν αποτελεί μια στρατηγική για δίκαιη φορολογία και δεν περιλαμβάνει καμία ουσιαστική πρόβλεψη για ελάφρυνση των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, καμία παρέμβαση για την ενίσχυση της προοδευτικότητας του συστήματος, καμία στοχευμένη πολιτική για τη μεγάλη φοροδιαφυγή.
Αντίθετα, ενισχύει ένα μοντέλο όπου το κράτος γίνεται πιο αυστηρό απέναντι στους πολλούς και παραμένει ανεπαρκές απέναντι στους ισχυρούς.
Ακόμη και σε τομείς της οικονομίας, όπως η ναυτιλία ή η αγορά, επισημαίνονται κίνδυνοι δημιουργίας στρεβλώσεων και επιπτώσεων στην ανταγωνιστικότητα, γεγονός που καταδεικνύει την απουσία μιας συνεκτικής αναπτυξιακής στρατηγικής.
Σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας θέτει το Ελεγκτικό Συνέδριο - Αυστηρή κριτική από τη Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή
Δεν είναι μόνο η προοδευτική αντιπολίτευση που στηλιτεύει τα μελανά σημεία του σχεδίου νόμου. Αποκαλυπτικές για την αντικοινωνική κατεύθυνση του νομοθετήματος είναι οι γνώμες που καταθέτουν οι θεσμικοί φορείς:
Το Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και δημοσιονομικής διαχείρισης. Συγκεκριμένα, αναδεικνύει ότι εισάγονται ρυθμίσεις με συνταξιοδοτικές συνέπειες, οι οποίες θα έπρεπε να εντάσσονται σε ειδικό νομοθετικό πλαίσιο και όχι αποσπασματικά μέσα σε ένα ευρύ πολυνομοσχέδιο. Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των ρυθμίσεων δεν αποτιμώνται επαρκώς, καθώς δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια ούτε το ύψος της μελλοντικής δαπάνης ούτε ο τρόπος κάλυψής της.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση Μητσοτάκη νομοθετεί χωρίς να δίνει πλήρη εικόνα για το κόστος των επιλογών της — κάτι που εγείρει σοβαρά ζητήματα δημοσιονομικής ευθύνης.
Ταυτόχρονα, το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο αναδεικνύει ότι εισάγονται εξαιρέσεις από βασικούς κανόνες του ασφαλιστικού συστήματος, όπως η αναστολή σύνταξης σε περίπτωση απασχόλησης, γεγονός που διαταράσσει την ενιαία λογική του συστήματος και δημιουργεί άνιση μεταχείριση .
Παράλληλα, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ) ασκεί μια πιο συνολική και πολιτική κριτική. Επισημαίνει ότι, παρά τη βελτίωση της εισπραξιμότητας και των μηχανισμών ελέγχου τα τελευταία χρόνια, παραμένουν ανοιχτά τα βασικά διαρθρωτικά ζητήματα του φορολογικού συστήματος και, κυρίως, το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης .
Η ΟΚΕ αναδεικνύει ότι η φορολογική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται σε τεχνικές ρυθμίσεις και αύξηση ελέγχων, αλλά απαιτεί συνολική στρατηγική που να αντιμετωπίζει τις ανισότητες και να ενισχύει τη δίκαιη κατανομή των βαρών.
Επιπλέον, υπογραμμίζει την ανάγκη ουσιαστικής προσαρμογής στις νέες μορφές οικονομίας -όπως τα ψηφιακά νομίσματα και οι σύνθετες διασυνοριακές συναλλαγές- με τρόπο που να διασφαλίζει όχι μόνο τον έλεγχο, αλλά και «τη λειτουργία του υγιούς ανταγωνισμού και την προστασία της οικονομίας από στρεβλώσεις».
Τέλος, η ίδια η ΟΚΕ αναγνωρίζει ότι το φορολογικό σύστημα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από συχνές αλλαγές και πολυπλοκότητα, γεγονός που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και δυσκολίες συμμόρφωσης για πολίτες και επιχειρήσεις. Και το παρόν νομοσχέδιο, αντί να απλοποιεί το πλαίσιο, το επιβαρύνει ακόμη περισσότερο.
Προστασία μέχρι τέλους για το καρτέλ των τραπεζών
Την ίδια ώρα, το σχέδιο νόμου αποτελεί ακόμα μία αφορμή για την προοδευτική αντιπολίτευση προκειμένου να καταδείξει ότι με την ασκούμενη πολιτική προστατεύεται σκανδαλωδώς το καρτέλ των τραπεζών.
Υπενθυμίζεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία (όπως και άλλες δυνάμεις) ζητεί εδώ και μήνες πλαφόν στις τραπεζικές χρεώσεις και στα επιτόκια. Καθώς και αποτελεσματική προστασία των δανειοληπτών. Και απαιτεί την εφαρμογή της ευρωπαϊκής Οδηγίας 2023/2225.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αρνήθηκε να εφαρμόσει ακόμα και τα υποχρεωτικά μέτρα που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία σχετικά με ρυθμίσεις που αφορούν:
- Στον περιορισμό υπερβολικών επιτοκίων
- Στον περιορισμό των τραπεζικών χρεώσεων
- Στον έλεγχο του συνολικού κόστους δανεισμού
Από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τονίζεται διαρκώς ότι η χώρα μας χρειάζεται ένα φορολογικό σύστημα που να στοχεύει τη μεγάλη φοροδιαφυγή, να αξιοποιεί πραγματικά τα δεδομένα, να ενισχύει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς και να αποκαθιστά την κοινωνική δικαιοσύνη. Χρειάζεται ένα κράτος που να μπορεί να εφαρμόζει τους νόμους που ψηφίζει - όχι απλώς να τους ανακοινώνει.
Κατά την Κουμουνδούρου, το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας. Είναι ένα βήμα (αναγκαστικής) προσαρμογής στις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, χωρίς όμως το πολιτικό σχέδιο που θα εξασφάλιζε δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα και διαφάνεια στην πράξη.