«Η ελληνική κτηνοτροφία καταρρέει με ευθύνη και υπογραφή της κυβέρνησης Μητσοτάκη» καταγγέλλει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τονίζοντας ότι οι «κτηνοτρόφοι δεν αντέχουν άλλη κοροϊδία». Επιπλέον ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ κατηγορεί την κυβέρνηση Μητσοτάκη, ότι επιμένει στην ανικανότητα και στην επικοινωνία.
Αναφορικά με την ευλογιά των αιγοπροβάτων το τμήμα Αγροτικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ σε κοινή ανακοίνωσή του με τον τομεάρχη Β. Κόκκαλης, αναφέρει ότι η θανάτωση πάνω από 500.000 ζώων, «δεν είναι θέμα τύχης, αλλά αποτέλεσμα της αδιαφορίας, της υποστελέχωσης και της αμέλειας της κυβέρνησης». Σημειώνει δε ότι, η κυβέρνηση δεν προχώρησε σε προληπτικούς ελέγχους και δεν αξιοποίησε τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία οδηγώντας έτσι τον κτηνοτροφικό κλάδο σε κατάρρευση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τονίζει επίσης ότι, η κυβέρνηση μέσω της συμφωνίας ΕΕ-Mercosur, επιχειρεί να συγκεντρώσει την παραγωγή σε λίγους και ισχυρούς και να μετατρέψει την Ελλάδα από χώρα παραγωγής σε χώρα εξάρτησης. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, εμφανίζεται να δίνει υποσχέσεις με «λόγια του αέρα» και αόριστα την ώρα που οι κτηνοτρόφοι κλείνουν τις μονάδες τους και εγκαταλείπουν το επάγγελμα.
Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ απαιτεί την άμεση λήψη συγκεκριμένων μέτρων και καταγγέλλει την πολιτική της κυβέρνησης ως αντικτηνοτροφική, αντικοινωνική και επικίνδυνη.
Ακολουθεί ολόκληρη η ανακοίνωση του τμήματος Αγροτικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και του τομεάρχη Βασίλη Κόκκαλη:
«Η φιέστα της συνάντησης του κ. Μητσοτάκη με εκπροσώπους των κτηνοτρόφων αποτελεί προσβολή στη νοημοσύνη ενός ολόκληρου κλάδου που οδηγείται στη διάλυση. Δεν πρόκειται για αστοχία, ούτε για «δύσκολες συγκυρίες». Πρόκειται για συνειδητή πολιτική επιλογή της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας να εγκαταλείψει την ελληνική κτηνοτροφία.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη φέρει ακέραιη και αδιαμφισβήτητη ευθύνη:
- για την εκτίναξη του κόστους παραγωγής χωρίς καμία ουσιαστική στήριξη,
- για την πλήρη αποδιοργάνωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών,
- για την ανεξέλεγκτη εξάπλωση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων και
- για την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας στην ύπαιθρο.
Σε ότι αφορά στην ευλογιά των αιγοπροβάτων, που μέχρι στιγμής έχει οδηγήσει στη θανάτωση πάνω από 500.000 ζώων, αυτή δεν «έτυχε». Ήρθε ως αναμενόμενο αποτέλεσμα μιας πολιτικής αδιαφορίας, υποστελέχωσης και εγκληματικής αμέλειας. Η κυβέρνηση:
- δεν προχώρησε σε προληπτικούς ελέγχους,
- δεν ενίσχυσε τη βιοασφάλεια,
- δεν αξιοποίησε τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία εγκαίρως και
- άφησε τους κτηνοτρόφους μόνους τους, μέχρι να καταρρεύσουν.
Και τώρα, αφού το ζωικό κεφάλαιο έχει αποδεκατιστεί, εμφανίζεται με αόριστες υποσχέσεις για de minimis, χωρίς ποσά, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς ημερομηνίες. Δηλαδή με «λόγια του αέρα», την ώρα που οι κτηνοτρόφοι κλείνουν τις μονάδες τους και εγκαταλείπουν το επάγγελμα.
Η στρατηγική του Επιτελικού Κράτους είναι ξεκάθαρη:
- να ξεκληρίσει τους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους,
- να ανοίξει τον δρόμο στις εισαγωγές, με πρόσφατο παράδειγμα την συμφωνία ΕΕ-Mercosur,
- να συγκεντρώσει την παραγωγή σε λίγους και ισχυρούς,
- να μετατρέψει την Ελλάδα από χώρα παραγωγής σε χώρα εξάρτησης.
Αυτό δεν είναι απλώς ανικανότητα. Είναι πολιτική επιλογή σε βάρος της διατροφικής ασφάλειας, της επιβίωσης της περιφέρειας και της κοινωνικής συνοχής.
Ο κ. Μητσοτάκης και οι υπουργοί του δεν δικαιούνται να μιλούν για «ανασυγκρότηση» όταν:
- άφησαν τον κλάδο χωρίς προστασία στην ακρίβεια,
- μετέτρεψαν τις ενισχύσεις σε επικοινωνιακά επιδόματα,
- και αντιμετώπισαν τους κτηνοτρόφους ως πρόβλημα και όχι ως παραγωγικό πυλώνα της χώρας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ καταγγέλλει αυτή την πολιτική ως αντικτηνοτροφική, αντικοινωνική και επικίνδυνη και απαιτεί εδώ και τώρα:
- γενναία, καθολική και άμεση ενίσχυση για ζωοτροφές,
- πλήρη αποζημίωση για το χαμένο ζωικό κεφάλαιο,
- ουσιαστικό σχέδιο εκρίζωσης των ζωονόσων με προσωπικό και πόρους,
- ανατροπή της πολιτικής που ευνοεί τις εισαγωγές εις βάρος της εγχώριας παραγωγής.
Η ελληνική κτηνοτροφία καταρρέει με ευθύνη και υπογραφή της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Οι κτηνοτρόφοι δεν αντέχουν άλλη κοροϊδία.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, που επιμένει στην ανικανότητα και στην επικοινωνία, θα κριθεί και θα ανατραπεί.
Ο ελληνικός πρωτογενής τομέας θα επιβιώσει, με τους κτηνοτρόφους στο τιμόνι της μάχης και με προοδευτική διακυβέρνηση που θα στέκεται πραγματικά δίπλα τους.»