Το τελευταίο ράπισμα που δέχτηκε η κυβέρνηση είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για τους αμφιλεγόμενους διορισμούς στο ΕΣΡ και στην ΑΔΑΕ από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, καταδεικνύοντας ότι στη χώρα μας υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με το Κράτος Δικαίου. Συγκεκριμένα, από το ΕΔΔΑ η υπόθεση χαρακτηρίζεται «διαβιβασθείσα» και συνεπώς μπαίνει στο μικροσκόπιο. Και αυτό έγινε μετά την άρνηση του ΣτΕ να εξετάσει προσφυγή του ΔΣΑ, παραβιάζοντας έτσι την πρόσβαση στη Δικαιοσύνη.
Η ελληνική Δικαιοσύνη αντιμετωπίζει διαχρονικά σοβαρά προβλήματα που πλήττουν τη θεσμική αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητά της - ως προς αυτές η κυβέρνηση «το έχει τερματίσει», με την έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών προς αυτήν να βρίσκεται στο ναδίρ, κάτι που καταγράφεται στις μετρήσεις και βιώνεται από όλους στην καθημερινότητά τους. Αυτά δεν συνδέονται μόνο με την εξαιρετικά αργή και την υπερβολική καθυστέρηση στην απονομή της. Η ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης είναι σημαντικό στοιχείο, όχι όμως το άπαν. Η αναζήτηση της αλήθειας και η αξιόπιστη και ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης είναι σημαντική παράμετρος ώστε να την εμπιστεύονται οι πολίτες. Και αυτή δεν υπηρετείται πάντα με την ταχύτητα.
Τα σοβαρά προβλήματα της ελληνικής Δικαιοσύνης (η θεσμική αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητα) συνδέονται (και) με τις κακές-άθλιες υλικοτεχνικές υποδομές, τις ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό (δικαστικούς λειτουργούς και δικαστικούς υπαλλήλους), την πολυνομία και την κακονομία (αυτές, βέβαια, παραπέμπουν στη νομοθετική και στην εκτελεστική εξουσία). Όλα αυτά συνθέτουν ένα τοπίο που υπονομεύει τον βασικό συνταγματικό ρόλο της, την ταχεία, αμερόληπτη και δίκαιη κρίση επί των υποθέσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεων δεν συνιστά απλώς διοικητικό πρόβλημα, αλλά ευθεία προσβολή των δικαιωμάτων των πολιτών, ειδικά των πιο ευάλωτων, και αιτία συστηματικής υπονόμευσης της εμπιστοσύνης προς τον θεσμό. Με αυτόν τον τρόπο επέρχονται σημαντική ανισορροπία των αντιτιθέμενων συμφερόντων των διαδίκων και ουσιώδης συρρίκνωση των δικαιωμάτων των πολιτών, και υπονόμευση της αρχής της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας.
Στον πυρήνα αυτής της δυσλειτουργίας βρίσκεται η επιμονή της κυβέρνησης να αντιμετωπίζει τις παθογένειες του δικαστικού συστήματος όχι μέσω ενός ολιστικού, μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, αλλά μέσω συχνών, αποσπασματικών και συχνά πρόχειρων νομοθετικών παρεμβάσεων. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), όπως εν προκειμένω (αλλά και των υπόλοιπων κωδίκων, ειδικά του Ποινικού κώδικα), ο οποίος, ενώ θα έπρεπε να λειτουργεί ως ένα σταθερό, προβλέψιμο και ισορροπημένο ρυθμιστικό πλαίσιο για την πολιτική δίκη, έχει μετατραπεί σε ένα νομοθέτημα που αλλάζει συχνά, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση-αποτίμηση της αποτελεσματικότητας των προηγούμενων αλλαγών. Μέχρι σήμερα έχουν επέλθει αλλαγές τα έτη 2020, 2021, 2022, 2023 και 2024. Έτσι ο ΚΠολΔ έχει γίνει «σουρωτήρι».
Αυτό το συνεχές «ράβε-ξήλωνε» έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο να αποδυναμώνεται η ασφάλεια δικαίου, αλλά και να προκαλούνται αβεβαιότητα και σύγχυση τόσο στους δικαστικούς λειτουργούς όσο και στους δικηγόρους και στους πολίτες. Η έλλειψη σταθερότητας και προβλεψιμότητας στο Δικονομικό Δίκαιο οδηγεί αναπόφευκτα σε αύξηση της γραφειοκρατίας, αντιφατικές ερμηνείες και, τελικά, σε ακόμη μεγαλύτερες καθυστερήσεις. Αντί να εξορθολογίζεται η διαδικασία, οι αλλεπάλληλες τροποποιήσεις καθιστούν τη δικαστική πράξη περισσότερο αβέβαιη, δυσλειτουργική και περίπλοκη.
Ας υπογραμμιστεί ότι κωδικοποίηση δεν σημαίνει καθημερινή «επικαιροποίηση» αλλά οργανωμένη συγκρότηση του αντικειμένου σε ενότητες, με εσωτερική αρχιτεκτονική και συνοχή, προορισμένη να διατηρήσει την ισχύ της για όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα γίνεται.
* Ο Γιώργος Παπαηλιού είναι βουλευτής Αρκαδίας, τομεάρχης Δικαιοσύνης και εισηγητής-ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.