Τι ακριβώς συμβαίνει και η ελληνική κοινωνία αποφάσισε να αυτοκτονήσει; Όλες οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων εβδομάδων συμφωνούν. Η ελληνική κοινωνία απορρίπτει αυτή την κυβέρνηση με τρόπο πρωτόγνωρα μαζικό. Τα ποσοστά αποδοκιμασίας της ξεπερνούν το 70%. Καμία κυβέρνηση δεν είχε φτάσει σε τέτοια ποσοστά καθολικής απαρέσκειας, ούτε καν αυτές που χρειάστηκε να διαχειριστούν εντελώς αντιλαϊκές μνημονιακές συμβάσεις. Ωστόσο, όλες οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μια πολιτική πρόταση εναλλακτικής διακυβέρνησης βρίσκονται σε πτώση ή στην καλύτερη περίπτωση μένουν στάσιμες. Η κοινωνία στρέφει τη συμπάθειά της σε μεγάλο βαθμό σε κόμματα που δεν έχουν καμία πιθανότητα να κυβερνήσουν κι ακόμα περισσότερο δεν δείχνουν καμία διάθεση να αναμετρηθούν μ’ αυτή τη συνθήκη παρουσιάζοντας κάποιο στοιχειωδώς συνεκτικό πρόγραμμα.
Και να που, άξαφνα, η αλαζονική αγανάκτηση των τιμητών του ακραίου Κέντρου και των κηνσόρων της ορθοφροσύνης κατά την περίοδο 2011-2015 ξαφνικά μοιάζει να αφορά εξίσου -ή σχεδόν- και τα κόμματα της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς. Με την κυβέρνηση σε αποδρομή, να δείχνει να έχει χάσει οριστικά και όχι συγκυριακά το ένα τρίτο του ποσοστού όσων την ψήφισαν το 2023 και να ετοιμάζεται για χειρότερα, πώς γίνεται το σύνολο των κομμάτων της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, που επικαλείται τη δυνατότητα και την επιθυμία του να κυβερνήσει, να συγκεντρώνει ποσοστά που δεν ξεπερνούν το 21%-22%;
Ανορθολογικές δυνάμεις
Είναι προφανές ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει μόνο μία απάντηση. Το κλίμα συντηρητικής έως και αντιδραστικής στροφής των κοινωνιών δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία. Όταν σε όλο τον δυτικό κόσμο ακροδεξιές, ανορθολογικές και απολίτικες δυνάμεις καλπάζουν, δεν αποτελεί δα και καμιά φοβερή καινοτομία ότι στην Ελλάδα ανεβαίνουν ο Βελόπουλος και η Ζωή Κωνσταντοπούλου - ασχέτως αν η συμπερίληψη της τελευταίας στην κατάθεση της πρότασης δυσπιστίας δεν αποδείχθηκε και πολύ έξυπνη ιδέα. Επίσης, γίνεται φανερό ότι η ελληνική κοινωνία, ακόμα κι αν θεωρεί την κυβέρνηση Μητσοτάκη ένα ιδιαίτερο, ξεχωριστό κεφάλαιο διαφθοράς και κατάχρησης του κράτους, σε γενικές γραμμές αποδέχεται το αφήγημα των «διαχρονικών παθογενειών». Όποιος κυβέρνησε τα τελευταία πενήντα χρόνια δεν μπορεί να επωφεληθεί από τη φθορά του Μητσοτάκη. Άδικο και ισοπεδωτικό; Ίσως. Αλλά κανείς δεν μπορεί να κάνει πολιτική με γνώμονα το τι κατά τη γνώμη του θα έπρεπε να πιστεύει η κοινωνία.
Ωστόσο, πλάι σ’ αυτές τις πολύ γενικές και εμπεδωμένες ιδέες υπάρχει μια πραγματικότητα με την οποία η Αριστερά και η Κεντροαριστερά πρέπει να βρεθούν αντιμέτωπες. Ότι εδώ και αρκετά χρόνια έχουν ρητά ή σιωπηλά προχωρήσει στην παραδοχή ότι ο αντίπαλός τους έχει ιδεολογικά δίκιο. Δηλαδή ότι η δυνατότητα να υπάρξει μια ριζικά διαφορετική οργάνωση του κράτους, της λειτουργίας των θεσμών και του προσανατολισμού της οικονομίας ανήκει στη σφαίρα της ουτοπίας. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έλαβε, στη μεγάλη της πλειονότητα, την απόφαση να αναδιπλωθεί από τις πιο ριζοσπαστικές εξαγγελίες της το 2015. Δέκα χρόνια μετά, αυτή η απόφαση μπορεί να αξιολογηθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ως προς τις αναγκαιότητες της περιόδου. Δεν παύει ωστόσο η απόφαση αυτή να έδωσε ένα ιδεολογικό προβάδισμα στους οπαδούς της μονοφωνίας των αγορών και των πολιτικών τους. Για να μπορέσει η Αριστερά να ανακτήσει την ηγεμονία από τη Δεξιά, οφείλει να την ξανακερδίσει ιδεολογικά.
Αμφισβήτηση
Το ζήτημα αυτό δεν είναι πάρα πολύ απλό. Για να αμφισβητήσεις την πολιτική όπως ασκείται και να προτείνεις μια άλλη, θα πρέπει πρώτα να πείσεις ότι εννοείς αυτό που λες και ότι έχεις τρόπο να το κάνεις. Ένα μεγάλο μέρος των δεινών της ελληνικής κοινωνίας σήμερα προέρχεται από πολιτικές ιδιωτικοποιήσεων. Ωστόσο, η αποτυχία να αντιταχθεί μια άλλη πολιτική σ’ αυτές είναι πρόσφατη. Αν η Αριστερά μιλήσει για την ανάγκη να αρθούν οι ιδιωτικοποιήσεις σε μια σειρά από βασικές οικονομικές λειτουργίες (των μεταφορών συμπεριλαμβανομένων), αναμετράται με την πρόσφατη αδυναμία της να επιβάλει κάτι άλλο. Αν όμως δεν το κάνει, αφήνει όλο τον χώρο σε όσους κραυγάζουν χωρίς να αμφισβητούν την ουσία της δεξιάς ηγεμονίας. Όπως η Κωνσταντοπούλου καλή ώρα, που μπορεί μια χαρά να ψηφίζει κάθε νέα ιδιωτικοποίηση χωρίς κόστος. Δεν μπορείς να ηττηθείς ιδεολογικά όταν δεν έχεις καμία ιδεολογία.
Η Αριστερά δεν έχει αυτή την πολυτέλεια. Επιπλέον, δεν μπορεί να ανακτήσει την αξιοπιστία της χωρίς πρώτα να περάσει από τα καυδιανά δίκρανά της. Όχι τα εσωτερικά αυτή τη φορά αλλά αυτά της κοινωνίας.