ΤΗΣ ΒΙΚΥΣ ΚΑΡΑΦΟΥΛΙΔΟΥ*
Οι κοινωνίες έχουν τον δικό τους εσωτερικό χρόνο. Πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό. Χρόνο, που συχνά υφίσταται αλλαγές και διαφοροποιείται ποιοτικά από τη μία στιγμή στην άλλη∙ αλλαγές τις οποίες πρέπει να διαισθανθεί και πάνω τους να επενδύσει κάθε πολιτικός λόγος, εάν επιθυμεί να είναι πειστικός, ικανός να εγείρει εκείνον τον αναγκαίο ενθουσιασμό που θα καθορίσει την ανάδυση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου. Εμείς, όμως, πού βρισκόμαστε σήμερα;
Το μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας έχει ήδη υποστεί τη μνημονιακή πολιτική, βλέποντας την εισοδηματική και εργασιακή του κατάσταση να επιδεινώνεται δραματικά τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την αποδιάρθρωση των υπηρεσιών της διοίκησης, της υγείας και της παιδείας. Επρόκειτο για την εμπειρία μιας απότομης πτώσης, η οποία ματαίωσε τις βεβαιότητες και τις προσδοκίες των μικρομεσαίων στρωμάτων και των μορφωμένων υπάλληλων τάξεων. Μια εμπειρία που έχει ήδη διαμεσολαβηθεί με ποικίλες εκφωνήσεις: με το βάρος της συλλογικής ενοχής και το τιμωρητικό πνεύμα ένεκα της «δανεικής ευδαιμονίας», με την τρομοκρατία της χρεωκοπίας και την πειθήνια προσαρμογή στις απαιτήσεις των εταίρων, με το αντικοινοβουλευτικό μένος, με τη μνησικακία του κοινωνικού αυτοματισμού, με την εμφάνιση και την άνοδο της Ακροδεξιάς. Παράλληλα, αρθρώθηκαν και δοκιμάστηκαν οι αντιστάσεις. Η Αριστερά είδε τα ποσοστά της να εκτοξεύονται σε πρωτοφανή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα επίπεδα, ο αντιμνημονιακός λόγος αναπτύχθηκε σε όλο σχεδόν το εύρος του πολιτικού φάσματος, οι δρόμοι και οι πλατείες γέμισαν με διαδηλωτές κατά της λιτότητας. Η τελευταία τριετία κύλησε ως «έκτακτος», «εμπόλεμος», βαρύς και πυκνός χρόνος.
Τώρα, μετά τις αντιδράσεις και την οργή, φαίνεται να ακολουθεί μια εποχή θλίψης, εσωστρέφειας, κούρασης, αδράνειας και σιωπής. Ο κόσμος δείχνει ηττημένος, αποσύρεται πίσω στον ιδιωτικό βίο του και στον ρυθμό μιας καθημερινότητας που βρίσκεται μετέωρη ανάμεσα σε μια ψευδεπίγραφη, ασύντακτη κανονικότητα και σε μια κεκαλυμμένη ανομία. Και εδώ ακριβώς είναι που η κοινωνιολογική προσέγγιση της κρίσης, οι αντικειμενικοί δηλαδή αριθμοί των θυμάτων της, δεν επαρκούν για να εγγυηθούν ευθύγραμμα οποιαδήποτε κίνηση ανάτασης.
Γιατί ο ενθουσιασμός και η εμπιστοσύνη στην ίδια την έννοια της πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής προϋποθέτουν ένα σημείο αναφοράς στο μέλλον, την υπόδειξη μιας θετικής πρότασης, όπου η επανεκκίνηση του ιστορικού χρόνου δεν επαφίεται ούτε στη μηχανιστική λογική της κοινωνικής πόλωσης ούτε στην ανεπάρκεια και στις εγκληματικές επιλογές των μνημονιακών κύκλων. Εν έτει 2013, ο χρόνος της κοινωνίας είναι πια διαφορετικός. Και πλέον δεν ωφελεί να εγκλωβίζεται μέσα σε λόγους πολεμικής άρνησης του ήδη συντελεσθέντος, σε αντιπαραθέσεις «υψηλής» σκληρότητας που επαναλαμβάνουν κυκλικά το ζοφερό σκηνικό τής ήδη βιωμένης εμπειρίας και των οικείων δεινών, επιτείνοντας την κόπωση, την απελπισία και το αδιέξοδο. Γιατί η ριζοσπαστικότητα, ως πραγματικό πολιτικό ζητούμενο, δεν εξαντλεί το νόημά της στην απόλυτη εικονογράφηση του «μνημονιακού κακού» με τα πλέον απεχθή χρώματα. Αλλά συνίσταται περισσότερο στη δυνατότητα να ανοίγει κανείς δρόμο για την ανακούφιση των πολλών σε μια μετα-μνημονιακή εποχή.
Βέβαια, η επινόηση ενός μελλοντικού χρόνου δεν είναι ούτε εύκολη ούτε αυτονόητη υπόθεση. Σημαίνει εν πολλοίς μια ισχυρή πολιτική του συγκεκριμένου, έναν ξεκάθαρο βηματισμό, ενταγμένο σε ένα ευρύτερο οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό όραμα. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή, οι δυσκολίες είναι κάτι παραπάνω από μεγάλες.
Η μόνιμη αμφιταλάντευση ανάμεσα σε μια λαϊκιστική ρητορική παλαιάς κοπής και στις απαρασάλευτες βεβαιότητες της ιδεολογικής καθαρότητας μοιάζει να είναι εδώ το λιγότερο. Η προοπτική της ριζοσπαστικής κοινωνικής μεταβολής πρέπει να αποκτήσει ρεαλιστικό σχήμα, τη στιγμή που η σοσιαλδημοκρατία έχει απαξιωθεί μέσα από τις νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις της και η σοσιαλιστική πρόταση έχει ανεπανόρθωτα τραυματιστεί από την εμπειρία του «υπαρκτού», ενώ οι δημοκρατικοί θεσμοί έχουν πληγεί από νέες αυταρχικές μορφές άσκησης της εξουσίας. Τι θα κρατήσουμε και τι θα αφήσουμε πίσω μας, από όλες τις φιλοσοφικές και πολιτικές παραδόσεις της ανθρώπινης χειραφέτησης, είναι ένα ερώτημα που μένει πάντοτε ανοιχτό. Μόνο που ο ανελαστικός χρόνος της κρίσης το καθιστά στις μέρες μας εξαιρετικά κρίσιμο.
* Η Βίκυ Καραφουλίδου είναι ιστορικός.