Live τώρα    
Απεργιακό φύλλο / Οταν έκλεισαν οι δικές τους εφημερίδες
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Απεργιακό φύλλο / Οταν έκλεισαν οι δικές τους εφημερίδες

13528216.jpg

Η αρχή στη σύγχρονη διαδρομή του Τύπου έγινε λίγους μήνες πριν από την επίσημη είσοδο της χώρας σε καθεστώς κρίσης με την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου.

Χωρίς να υπάρχει προηγουμένως κάποια ένδειξη που να προμηνύει το πρώτο μεγάλο λουκέτο της εποχής, η ιδιοκτησία ανακοίνωσε εντελώς ξαφνικά τον Ιούνιο του 2009 ότι σταματά τη λειτουργία του Ελεύθερου Τύπου. Γνωστοποιώντας την απόφαση, η Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη είχε δηλώσει ότι δεν υπήρχε νόημα πια «στις μέρες μας να βγαίνει εφημερίδα». «Την κλείνουμε» ήταν η φράση που αντηχεί ακόμη στη μνήμη των αιφνιδιασμένων τότε εργαζομένων, με το κλείσιμο να αφορά και τον ραδιοφωνικό σταθμό City 99,5.

«Κυκλοφόρησε μάλιστα ένα πρωτοσέλιδο, το βρήκαμε έτοιμο δηλαδή, ότι ευχαριστούμε τη Γιάννα Αγγελοπούλου για τα τρία χρόνια που είχε την εφημερίδα» θυμάται η Ματίνα Παπαχριστούδη, η οποία δούλευε τότε στην εφημερίδα και είχε υπό την ευθύνη της το μιντιακό ρεπορτάζ για δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια.

 

Η αντεπίθεση για τον ξαφνικό θάνατο

Μετά το αρχικό σοκ, οι εργαζόμενοι βγήκαν στην αντεπίθεση. «Στηριχθήκαμε στο ένστικτό μας» λέει στην ΑΥΓΗ η Ματίνα. Ως άμεση απάντηση επέλεξαν τη λειτουργική κατάληψη του κτηρίου. «Μείναμε μέσα δηλαδή και οργανώσαμε τη δική μας μάχη απέναντι σ’ αυτό το λουκέτο». Ο αγώνας τους κράτησε πάνω από ενάμιση μήνα, με καθημερινές γενικές συνελεύσεις. Την ίδια στιγμή δημιουργήθηκε μια επιτροπή που ανέλαβε τις συνομιλίες με την εργοδοσία.

Ηταν από τις φορές που οι εργαζόμενοι δικαιώθηκαν. Διαμόρφωσαν ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο με αιτήματα και αξιοποίησαν την ευρωπαϊκή Οδηγία που ήταν ενάντια στις μαζικές απολύσεις. «Απέναντι στην εργοδοσία κερδίσαμε. Και το αίτημά μας να επανεκδοθεί η εφημερίδα, και να πάρουμε πολύ περισσότερα χρήματα από την αποζημίωση που ήθελαν να μας δώσουν, με ποσοστό μάλιστα από την πώληση των δύο μέσων. Η εφημερίδα πουλήθηκε όντως και επανεκδόθηκε. Είναι η εφημερίδα που βλέπουμε σήμερα».

Από την άλλη, στη νέα εποχή του Ελεύθερου Τύπου δεν βρίσκονταν πια στα γραφεία οι ίδιοι άνθρωποι. Αρκετές και αρκετοί τιμωρήθηκαν για την αγωνιστική τους στάση, όπως η Ματίνα, και ειδικότερα γιατί υπέγραψαν εξώδικο με διεκδικήσεις που αφορούν συνολικά τον κλάδο. «Ζητούσαμε, για παράδειγμα, να γίνεται έλεγχος του πόθεν έσχες για τους μιντιάρχες που θέλουν να μπουν στον χώρο». Το εξώδικο αυτό το έφαγε το μαύρο το σκοτάδι… Δεν υιοθετήθηκε ούτε συνδικαλιστικά ούτε κατάφερε να βρει τον δρόμο του στη δημοσιότητα. «Το αποτέλεσμα ήταν ότι απ’ όσους το υπογράφαμε δεν προσλήφθηκε κανείς μετά στον Ελεύθερο Τύπο».

Ολος ο κλάδος στο πλευρό τους

Η νίκη δεν υπήρξε ολόκληρη, αλλά ήταν μία από τις λίγες τόσο σημαντικές. Στην επίτευξή της συνέβαλε ακόμη το γεγονός ότι ο κλάδος έγινε μια γροθιά. «Εκείνο το διάστημα υπήρξε όντως μεγάλος ντόρος, έγιναν συγκεντρώσεις και απεργία σε όλο τον κλάδο για τον Ελεύθερο Τύπο, όπως μετέπειτα έγινε για την ΕΡΤ». Εκείνη την περίοδο επίσης θα εντοπίσουμε την πρώτη και μοναδική έως σήμερα πορεία στην Ένωση Ιδιοκτητών Ημερήσιων Εφημερίδων (ΕΙΗΕΑ) στην οδό Ρηγίλλης.

Σήμερα οι εργαζόμενοι στην ΑΥΓΗ και στον ρ/σ 105,5 Στο Κόκκινο συμπληρώνουμε πέντε μήνες κινητοποιήσεων, παρ’ όλα αυτά η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται σε ό,τι αφορά τη συστράτευση των συναδέλφων του κλάδου. Δίνοντας μια εξήγηση, η Ματίνα Παπαχριστούδη υπενθυμίζει ότι υπήρξαν πάρα πολλά λουκέτα από τότε που έκλεισε ο Ελεύθερος Τύπος. Συνεπώς παύει πια να κάνει εντύπωση. Επιπλέον, το εργασιακό τοπίο έχει αλλάξει ολοκληρωτικά. «Δεν έχει καμία σχέση με εκείνο της περιόδου 2009-2010. Η νέα γενιά δημοσιογράφων έχει μάθει ως “κανονικό” το να μην παίρνει πολλά χρήματα και να μην έχει δικαιώματα».

«Όσο σιωπούσαμε τόσο χειρότερα ήταν για εμάς»

Λίγους μήνες μετά τον Ελεύθερο Τύπο γράφτηκαν οι τίτλοι τέλους για ακόμη μία μεγάλη εφημερίδα, την Απογευματινή. «Ήταν σαν να έσπασε κάτι εκεί πέρα. Σήμαινε ότι οι μεγάλες εφημερίδες μπορούν να κλείσουν, κάτι που κανείς δεν πίστευε ως τότε» παρατηρεί ο Κώστας Καντούνης, συντάκτης ελεύθερου ρεπορτάζ και ρεπορτάζ Παιδείας εκείνον τον καιρό στην Απογευματινή.

Τα πρώτα σημάδια για το τι θα ακολουθούσε ξεκίνησαν να εμφανίζονται με ορισμένες πρωτόγνωρες καθυστερήσεις στις πληρωμές. «Ήταν κάτι τελείως ασυνήθιστο για τις εφημερίδες της εποχής» μας λέει. Οι πρώτες διστακτικές κινητοποιήσεις εξελίχθηκαν σε δυναμικές απεργίες. Η συνήθης ανησυχία ότι μια πιο έντονη αντίδραση θα πλήξει κι άλλο το μέσο διαψεύστηκε ξανά. «Όσο σιωπούσαμε τόσο συνέχιζε αυτή η κατρακύλα».

Παρ’ όλα αυτά, η Απογευματινή δεν γλίτωσε το πολυετές λουκέτο. Η διασπαστική τακτική της εργοδοσίας να μιλά ξεχωριστά με το κάθε σωματείο εργαζομένων πέτυχε τον σκοπό της οδηγώντας σε «παράλληλους διαλόγους». Έτσι, παρά τον πολύμορφο αγώνα που δόθηκε, η μάχη μεταφέρθηκε στα δικαστήρια, «όπου διαπιστώθηκε ότι ο τίτλος της Απογευματινής είχε ήδη αδειάσει από περιουσιακά στοιχεία, με συνέπεια ακόμη και οι ίδιοι οι εκδότες να στραφούν κατά της εφημερίδας ζητώντας και αποζημιώσεις. Από τον εαυτό τους ουσιαστικά…».

 

Πιο ανθεκτικές στη λογοκρισία οι εφημερίδες

Το κλείσιμο της εφημερίδας άφησε πίσω του πάρα πολύ πόνο, μας λέει ο Κώστας Καντούνης. Όπως εξηγεί, η Απογευματινή ήταν μεν ένα κεντροδεξιό φύλλο, ο δημοσιογράφος όμως μπορούσε ταυτόχρονα να ασχοληθεί με ρεπορτάζ που σήμερα είναι πολύ δυσκολότερο να βρουν χώρο σε αντίστοιχης ταυτότητας μέσα. Έπειτα κάποιοι, όπως εκείνος, «και σαν πιο πιτσιρικάδες, το νιώθαμε και λίγο δικό μας το μαγαζί».

Πέρα όμως από το συναισθηματικό σκέλος, η τραγική εξέλιξη άφησε μετέωρους ανθρώπους στο πιο δύσκολο σημείο της επαγγελματικής τους διαδρομής και ενώ τα οφειλόμενα είχαν φτιάσει πια τους επτά μισθούς. «Υπήρχαν άνθρωποι, όπως ο αγαπημένος μας Δημήτρης, οι οποίοι ήταν προ της συνταξιοδότησης και δεν μπορούσαν σε εκείνη την ηλικία να βρουν να εργαστούν αλλού, να ζητήσουν να κολλήσουν τα τελευταία τους ένσημα».

Σε ό,τι αφορά τις εφημερίδες, ο Κώστας πιστεύει ότι υστερούν μεν σε αμεσότητα, όμως είναι πιο ανθεκτικές σε φαινόμενα λογοκρισίας κι αυτή είναι μια αξία που διατηρούν ακέραιη. Εκείνο που έχουν οι εφημερίδες και ακόμη ενοχλεί προέρχεται από την ίδια τους τη φύση. Όπως επισημαίνει, «στις εφημερίδες δεν ελέγχεις τόσο εύκολα την πληροφορία. Στην εφημερίδα, άπαξ και τυπωθεί, δεν μπορείς να αλλάξεις έναν τίτλο, ούτε να σβήσεις μια σελίδα, ούτε να αλλάξεις κάποιες λέξεις, ούτε να αφαιρέσεις κάποιο όνομα». Αντιθέτως, στην περίπτωση των ιστοσελίδων μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε παρέμβαση. «Αν ενοχλεί ένα θέμα, μπορούμε να το κατεβάσουμε. Αν ενοχλεί ένα όνομα, μπορούμε να το βγάλουμε. Μπορούμε να αλλάξουμε οτιδήποτε».

Στο… ταμείο ανεργίας και οι εργοδοτικοί

Την ίδια εποχή, και πιο συγκεκριμένα το 2010, ο Τάσος Σαραντής, δημοσιογράφος τότε επί δώδεκα χρόνια στο επιστημονικό και περιβαλλοντικό ρεπορτάζ, βίωνε την κατάρρευση στην Πήγασος Εκδοτική Α.Ε. Εργαζόταν στην εφημερίδα Ημερησία, τη μία από τις δύο ναυαρχίδες του συγκροτήματος. «Αυτό που συνέβη εκείνον τον καιρό ήταν ότι οι εργαζόμενοι σ’ αυτά τα μέσα, όπως ανάλογα έγινε και στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, υπέστησαν μέσα σε περίπου ενάμιση χρόνο τρεις υποχρεωτικές μειώσεις μισθών στο όνομα της επιβίωσης των μέσων» σημειώνει. Οι μειώσεις μισθών ήταν εξαναγκαστικές. Όποιος δεν συναινούσε έβλεπε αυτόματα την πόρτα της εξόδου.

Η εργοδοσία δεν αρκέστηκε, σύμφωνα με τον Τάσο Σαραντή, στις συνήθεις πιέσεις που ασκούνται στους εργαζόμενους μέσα από εκβιαστικά διλήμματα ή επικλήσεις στο φιλότιμο. Επιστράτευσε μηχανισμούς «που δεν ήταν άλλοι από ένα κομμάτι των εργαζομένων οι οποίοι ήταν εργοδοτικοί» προκειμένου να περάσει διά της επιβολής αυτό που σχεδίαζε. Ο ίδιος θυμάται τις συνελεύσεις να χαρακτηρίζονται από τρομερές εντάσεις, ενώ οι προτάσεις για απεργίες «δεχόντουσαν απίστευτες πιέσεις», ακόμη όμως και βία. «Προερχόταν από ένα κομμάτι πολύ μικρό των εργαζομένων που υπηρετούσαν τα αφεντικά τους και νόμιζαν πως μέχρι τελευταία στιγμή θα μπορούσαν να παραμείνουν σ’ αυτές τις δουλειές». Η κατάληξη ωστόσο υπήρξε για όλους κοινή, «δεδομένου ότι αυτό που ακολούθησε ήταν το λουκέτο σε αυτά τα έντυπα».

Με τα λουκέτα χάθηκε και μια πολύτιμη ύλη

Πέραν όσων συχνά επισημαίνονται, για τον Τάσο Σαραντή έχει σημασία να σταθούμε και σε ακόμη μία παράμετρο, η οποία σχετίζεται με την παρακαταθήκη που χάνεται όταν κλείνει ένα μέσο. «Στη συντριπτική πλειονότητα των μέσων ενημέρωσης που βάζουν λουκέτο αυτό που έπεται είναι ότι αφανίζεται η ύλη που είχαν όλα τα χρόνια που βρίσκονταν στα περίπτερα». Δεν είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπίσουμε επιπόλαια, καθώς «αυτό το υλικό αποτελεί ένα κομμάτι της ιστορίας μας και είναι ένα υλικό που πλέον δεν μπορεί να αξιοποιηθεί, είτε από σπουδαστές, είτε από ερευνητές, είτε από τους ιστορικούς του μέλλοντος».

Ταυτόχρονα, μέσα από όλη αυτή την κουβέντα που ανοίγει ξανά προκύπτουν και άλλες ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις που αξίζει να σημειωθούν. «Για παράδειγμα, κάποιος που μπαίνει αυτή τη στιγμή στον χώρο ως καναλάρχης ή με κάποιο ραδιόφωνο, αν μπει χωρίς να διαθέτει εφημερίδα, τότε τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα για την ανάπτυξή του».

Επίσης, άλλη μια διαπίστωση είναι ότι, παρά την εξέλιξη του Ίντερνετ, οι εφημερίδες ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να παράγουν πρωτογενές ρεπορτάζ. «Δεν είναι τυχαίο ότι το βράδυ μπορούμε να δούμε στους τηλεοπτικούς σταθμούς και να ακούσουμε στα ραδιόφωνα τα ρεπορτάζ που έχουν δημοσιευτεί στις εφημερίδες το πρωί» καταλήγει ο Τάσος Σαραντής.

 

Δημοσιεύτηκε στο απεργιακό φύλλο της ΑΥΓΗΣ στις 24/11

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0