Ακριβώς δύο χρόνια μετά τη δολοφονία του Άλκη Καμπανού και λίγους μόλις μήνες μετά το επίσης άγριο έγκλημα με θύμα τον Μιχάλη Κατσούρη, οι δολοφόνοι του οποίου παραμένουν άγνωστοι και φυσικά ατιμώρητοι, η κυβέρνηση φέρνει προς ψήφιση ακόμη ένα νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση και την αποτροπή της οπαδικής βίας. Ένα νομοσχέδιο που θα έρθει να ακουμπήσει πάνω στα προηγούμενα, χωρίς φυσικά να ακουμπήσει ούτε στο ελάχιστο όλα όσα βρίσκονται κρυμμένα σε κοινή θέα πίσω από τη λεγόμενη οπαδική βία. Ένα σχέδιο νόμου χιλιάδων λέξεων για τη βία στα γήπεδα, που δεν θα λέει λέξη για το γεγονός ότι περιστατικά βίας εντός των γηπέδων έχουν χρόνια να καταγραφούν μιας και η Πολιτεία έχει απαγορεύσει την κοινή παρουσία φιλάθλων των αντίπαλων ομάδων στα γήπεδα. Ένα νομοσχέδιο που για ακόμη μια φορά πετάει την μπάλα στην κερκίδα, μολονότι το πρόβλημα που υποτίθεται πως έρχεται να αντιμετωπίσει μόνο στην κερκίδα δεν βρίσκεται. Αλλά, βλέπεις, είναι τέτοια η απροθυμία των κυβερνώντων να στρέψουν τον νόμο εκεί όπου πραγματικά βρίσκεται το πρόβλημα, οπότε αναλώνονται σε επικοινωνιακές φωτοβολίδες αρνούμενοι να αντιμετωπίσουν αυτούς που οπλίζουν τα χέρια κάποιων πιτσιρικάδων με φονικές φωτοβολίδες.
Ανήμερα της δολοφονίας του Άλκη Καμπανού έρχονται να ξαναψηφίσουν στη Βουλή για κάμερες και ηλεκτρονικά εισιτήρια, λες κι εκεί είναι το πρόβλημα της υπαρκτής κοινωνικής βίας που ενίοτε βάφεται τα χρώματα του οπαδικού πολέμου. Την ώρα που τα περιστατικά άγριας βίας μεταξύ ανηλίκων που καταγράφονται σε σχολεία και πλατείες αντιμετωπίζονται με βουβή αμηχανία, ωσάν να είναι τα σημεία κάποιων δύσκολων καιρών, μην περιμένουμε τίποτα παραπάνω από ξαναζεσταμένα και άστοχα μέτρα καταστολής για την αντιμετώπιση της λεγόμενης οπαδικής βίας, που εκτός γηπέδων συνδέεται με επιχειρηματικά συμφέροντα και το κοινό έγκλημα. Αυτή λοιπόν τη βία ήταν που αντιμετώπισαν κλείνοντας δύο μήνες τα γήπεδα.