Η επίσκεψη του Ερντογάν στην Αθήνα και όλες οι εξελίξεις, θετικές ή αρνητικές, αναμφίβολα αποτέλεσαν ένα ιστορικών διαστάσεων συμβάν, ιδιαίτερα μετά την τελευταία πολυετή κρίση μεταξύ των δύο χωρών σε επίπεδο λεκτικό και ρητορικό αλλά, σε μερικές περιπτώσεις, και επί του πεδίου. Ασφαλώς τα αποτελέσματα της επίσκεψης, και ιδιαίτερα η Διακήρυξη των Αθηνών, όπως ονομάστηκε, καλύφθηκαν από μια θριαμβευτική επικοινωνιακή καταιγίδα από μια πολύ μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ και θεσμικούς (όπως συνηθίζεται τελευταία) χωρίς κριτική, πλην ελαχίστων περιπτώσεων.
Η αλήθεια είναι ότι είδαμε έναν Ερντογάν τελείως διαφορετικό από αυτόν που είχαμε συνηθίσει. Αναμφισβήτητα αυτό δημιούργησε σε όλους μας τις υποψίες αλλά και την πεποίθηση ότι στην ουσία η συμπεριφορά αυτή κατά την επίσκεψη, σε συνδυασμό με την επίθεση φιλίας προς τη χώρα μας είχαν ως αντικειμενικό σκοπό τον εξαγνισμό του Ερντογάν (κολυμβήθρα του Σιλωάμ) και την επιβεβαίωση προς τη Δύση ότι άλλαξε σελίδα και επανήλθε στους κόλπους της. Ο λόγος προφανώς είναι ότι έχει πολλά να λαμβάνει από τη Δύση - να μην ξεχνάμε τα 4 δισεκατομμύρια στο Μεταναστευτικό από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη συμφωνία για τα F-16 με τις ΗΠΑ ή για τα Eurofighter με τη Γερμανία, την επίλυση του Κουρδικού επ’ ωφελεία της Τουρκίας και όχι των Κούρδων, τη δημιουργία μιας buffer zone (μαξιλάρι) στα σύνορα μεταξύ Συρίας και Τουρκίας (εντός του εδάφους της Συρίας) και άλλα πολλά θέματα, όπως η παράβλεψη των τουρκικών παρασπονδιών στις κυρώσεις για τη Ρωσία. Επιπρόσθετα, υπάρχει βάσιμη γεωπολιτική εκτίμηση πως όλα αυτά γίνονται στον βωμό της προσπάθειας του Ερντογάν να γίνει παγκόσμιος ηγέτης -ή έστω περιφερειακός- των μουσουλμάνων (το είδαμε τις προηγούμενες μέρες με τη λεκτική επίθεση εναντίον των ΗΠΑ στο πλαίσιο του πολέμου του Ισραήλ με τη Χαμάς).
Για να είμαστε όμως δίκαιοι, ένα θετικό βήμα από αυτή την επίσκεψη αναμφίβολα ήταν η υπογραφή της Διακήρυξης των Αθηνών, η οποία ασφαλώς δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, πλην όμως βάζει σε κάποια σειρά μερικά θέματα για μια πιο φιλική και ειρηνική προσέγγιση των δύο χωρών. Δυστυχώς όμως, και σ’ αυτό το με πολύ καλές προθέσεις κείμενο διαπιστώνονται αρκετά κενά, τα οποία, με τις κατάλληλες προϋποθέσεις και την τουρκική πονηριά, είναι πιθανόν να αποτελέσουν παγίδα για τη χώρα μας, προβάλλοντας τελείως λανθασμένα ότι εμείς έχουμε την επιθετική πρόθεση. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, η αναφορά ότι πρέπει να αποφεύγονται οι μονομερείς ενέργειες για να μην διασαλευθούν η ειρήνη και η διακήρυξη αφήνει πολλά ερωτήματα σχετικά με το τι εννοείται ως μονομερής ενέργεια. Ουσιαστικά, ως κάποια παραδείγματα που είναι αναφαίρετα δικαιώματά μας, πλην όμως μπορούν βάσει της συνθήκης αυτής να θεωρηθούν μονομερείς ενέργειες, και επηρεάζουν και την εθνική κυριαρχία της χώρας, μπορούν να αναφερθούν τα παρακάτω:
α. Η επέκταση σε οποιοδήποτε μέρος του Αιγαίου για εθνικούς λόγους των χωρικών υδάτων από 6 μέχρι 12 ναυτικά μίλια, όπως πολλές φορές ιδιαίτερα έχει αναφερθεί για ΝΑ της Κρήτης, της Ρόδου και του Καστελόριζου.
β. Η εκτέλεση μιας άσκησης σε κάποια από τις νήσους του Ανατολικού Αιγαίου, στη θάλασσα ή στην ξηρά, όπου οι Τούρκοι θεωρούν λανθασμένα πως δεν πρέπει να υπάρχει στρατός (η περίφημη αποστρατικοποίηση).
γ. Η επίσκεψη ενός υψηλόβαθμου στρατιωτικού διοικητή ή της πολιτικής ιεραρχίας των Ενόπλων Δυνάμεων σε κάποια από αυτά τα μικρά αλλά ξεκάθαρα ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (οι Τούρκοι μέχρι στιγμής συνεχώς δηλώνουν την αντίθεσή τους σε τέτοιες επισκέψεις).
δ. Η μεταφορά οπλικών συστημάτων στα νησιά μας σύμφωνα με εκτίμηση των επιτελείων.
ε. Η συνέχιση της συζήτησης με την Αίγυπτο για επέκταση της ελληνοαιγυπτιακής ΑΟΖ πέρα από το σημείο στο οποίο σταμάτησε (28ος παράλληλος).
στ. Οι πτήσεις πολεμικών αεροσκαφών ή στρατιωτικών ελικοπτέρων πάνω από τα νησιά μας (όπως το Φαρμακονήσι, η Ρω, η Στρογγύλη, τα Ίμια, το Αγαθονήσι κ.ά.), όπως και η παρουσία πολεμικών σκαφών ή του Λιμενικού στα υπ’ όψιν νησιά.
Επιπρόσθετα, στη Διακήρυξη καταγράφεται ότι δεν θα υπάρχει παρέκκλιση από τις νομικές θέσεις του κάθε κράτους, χωρίς όμως να έχουν συμπεριληφθεί οι εθνικές θέσεις. Για παράδειγμα, η ύπαρξη στρατιωτικών δυνάμεων πάνω στα νησιά των Ανατολικού Αιγαίου δεν είναι νομική θέση, είναι όμως εθνική, διότι αναγνωρίζουμε ότι τα νησιά αυτά απειλούνται από την τουρκική στρατιά του Αιγαίου και τον αποβατικό στόλο της. Κατά συνέπεια, οι δίκαιες εθνικές θέσεις, λόγω του ότι δεν είναι και νομικές θέσεις, δεν θα τηρούνται;
Από όλα τα παραπάνω βλέπουμε ότι υπάρχει μια τεράστια ποικιλία θεμάτων εθνικής κυριαρχίας, για τα οποία, έτσι όπως έχει γραφτεί η Διακήρυξη, χωρίς να υπάρχει κάποια ιδιαίτερη πρόνοια στο κείμενο, μπορεί αν υλοποιηθούν από την Ελλάδα, εύκολα να παρουσιαστεί από την Τουρκία στο διεθνές ακροατήριο ως μονομερής επιθετική ενέργεια και να απαιτήσει στη συνέχεια την τιμωρία μας είτε την καταγγελία του θέματος στους διεθνείς οργανισμούς. Πιστεύω ότι θα έπρεπε η εξωτερική μας πολιτική να είναι πολύ πιο προσεκτική σε τέτοιου τύπου κείμενα, διότι πραγματικά αποτελούν πιθανές παγίδες για την εθνική μας κυριαρχία αλλά και για τα συμφέροντά μας. Με την πεποίθηση ότι ο Ερντογάν στην επίσκεψη στην Αθήνα ακολούθησε για άλλη μια φορά την προσφιλή πολιτική του, των οθωμανικών παζαριών, θεωρώ πως θα πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί, να έχουμε μια σαφή εξωτερική πολιτική, με καθορισμένες κόκκινες γραμμές και όχι μόνο γενικόλογες πατριωτικές τοποθετήσεις και ασφαλώς να μην είμαστε πάρα πολύ αισιόδοξοι ότι τα πράγματα θα αλλάξουν. Η δημιουργική ασάφεια που χαρακτηρίζει αυτό το κείμενο αλλά και τα αναφερόμενα από τον ίδιο στη συνέντευξή του στην εφημερίδα Καθημερινή την προηγούμενη μέρα από την επίσκεψη δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας.
Ο Γεώργιος Καμπάς είναι στρατηγός (ε.α.), επίτιμος αρχηγός ΓΕΣ