Δεν ξέρω πόσοι «νεοέλληνες» έχουν δει την κλασική ταινία της Φίνος Φιλμ και του Αλέκου Σακελάριου (του 1948, παρακαλώ), «Οι Γερμανοί ξανάρχονται». Μια ταινία επικεντρωμένη στο εφιαλτικό όνειρο του αείμνηστου Βασίλη Λογοθετίδη, ως απάντηση στα πάθη τού εν εξελίξει εμφυλίου πολέμου. Είναι βέβαιο πάντως ότι πολλοί, αυτές τις μέρες, θα θυμήθηκαν τον εμβληματικό τίτλο. Αφού πράγματι «οι Γερμανοί ξανάρχονται». Και πώς ξανάρχονται!...
Η Ιστορία το 'χει πει καθαρά. Τόσο στον Κάιζερ Γουλιέλμο όσο και, κυρίως, στον Αδόλφο Χίτλερ, αέρα στα πανιά τους έδωσε η ολιγωρία των ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Έβλεπαν οι ηγέτες τους τη θύελλα που επέρχεται, και στις δυο περιπτώσεις, δίχως να κάνουν κάτι για να την αποτρέψουν. Τότε που μπορούσαν. Αντ' αυτού, ή έκαναν πως δεν καταλαβαίνουν ή κλείνονταν φοβικά ο καθένας στο καβούκι του, με την ελπίδα πως η καταιγίδα θα περάσει ξώφαλτσα από κείνους, έστω κι αν χτυπήσει το γείτονα. Ακόμη κι όταν η Αυστρία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία, η μία μετά την άλλη οι όμορες της Γερμανίας χώρες κατ' αρχάς, στόλιζαν το πιάτο του Χίτλερ στα τέλη της δεκαετίας του '30, οι απελπιστικά «ολίγοι» Ευρωπαίοι ηγέτες της εποχής δεν έλεγαν να ταρακουνηθούν, να συνέλθουν και να πάρουν τα μέτρα τους. Και... ύστερα ήρθαν οι μέλισσες. Ο ναζιστικός εφιάλτης, που κάλυψε με τη μαυρίλα του την Ευρώπη ολόκληρη...
Στις μέρες μας, η ιστορία επαναλαμβάνεται ως τραγωδία. Και, ως γνωστόν, η τραγωδία αποτελεί θεατρικό είδος εντελώς διαφορετικό από τη φάρσα. Στις μέρες μας, οπότε ο γερμανικός επεκτατικός μεγαλοϊδεατισμός απειλεί να κατακτήσει (και να καθυποτάξει) την Ευρώπη στο σύνολό της, αν δεν τό 'χει κιόλας καταφέρει. Απλώς, σήμερα, η εικόνα ίσως (ίσως...), υπό πολλές προϋποθέσεις, είναι ακόμη αναστρέψιμη...
Αντιστάσεως μη ούσης...
Σήμερα η Γερμανία της Μέρκελ και του Σόιμπλε έχει υποκαταστήσει όλους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ο πολυπράγμων υπουργός της των Οικονομικών συμπεριφέρεται σαν αφεντικό του Eurogroup, σαν αφεντικό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σαν αφεντικό της Κομισιόν. Ενώ, ως γνωστόν, είναι εκείνος που υποδεικνύει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να ψηφίζουν οι Ευρωπαίοι πολίτες στις εκλογές τους. Όσο για την καγκελάριο, αισθάνεται ως το μοναδικό αφεντικό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της Ευρώπης ολόκληρης. Και το δείχνει. Εννοείται πως, για να εξασφαλίσουν την αδιαφιλονίκητη αυθεντία τους, έχουν προωθήσει στους ανώτατους θεσμικούς ευρωπαϊκούς ρόλους όλως ανίσχυρες προσωπικότητες, στα όρια της ασημαντότητας. Προσωπικότητες τύπου Μπαρόζο, Όλι Ρεν, Ντέισελμπλουμ. Και κάνουν μια χαρά τη δουλειά τους.
Παραλλήλως, η σημερινή Γερμανία, έχει ισοπεδώσει κυριολεκτικά την αρχή της «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» και στη θέση της έχει εισαγάγει τη γνωστή τιμωρητικού χαρακτήρα προτεσταντική πρακτική, απέναντι στους «κακούς μαθητές», προς άκρως συντηρητική κατεύθυνση εννοείται. Μια «χριστιανική» δεξιά αντίληψη, κάτι σαν την ευρωπαϊκή εκδοχή του αμερικανικού «κινήματος του τσαγιού». Επιδιώκει μάλιστα να προσδώσει σ' όλο αυτό «συντακτικό» χαρακτήρα, δεσμευτικό για τους πάντες.
Κι από την άλλη μεριά τραβάει προς τα πίσω, μέχρις ακυρώσεως, κάθε ιδέα, κάθε πρόταση, κάθε σκέψη, που θα μπορούσε να δώσει ίσως ανάσα στους ευρωπαϊκούς λαούς. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι περιμένουν με κομμένη την ανάσα τις γερμανικές εκλογές, μπας και κάτι πάρει μπρος. Αν και, μάλλον αδίκως περιμένουν, δεδομένου ότι το ζήτημα για τη γερμανική ηγεσία είναι εντέλει «ιδεολογικό».
Κι όλ' αυτά, αντιστάσεως μη ούσης. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών κάθονται και παρακολουθούν απαθείς τη γερμανική επέλαση. Όπως ακριβώς τότε. Στη βάση της φοβικής αντίληψης ότι ο καθένας θα πρέπει να φυλάει τα νώτα του, με την ελπίδα πως η θύελλα δεν θα τον αγγίξει. Κι ας χτυπιέται αλύπητα ο γείτονας, κι ας είναι περίπου βέβαιο πως έρχεται κι η δική του σειρά. Όπως ακριβώς τότε. Προπάντων να μην ενοχληθεί ο επικυρίαρχος, να μην προκαλέσουμε την οργή του. Όπως ακριβώς τότε. Εντυπωσιάζει δε ιδιαιτέρως η απάθεια των ηγεσιών των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου που, με το πρόσχημα της διαφορετικότητας των καθέκαστα προβλημάτων, αποφεύγουν να συνεννοηθούν στοιχειωδώς μπας και, ανθιστάμενοι, προλάβουν το κακό. Λες και δεν πρόκειται για την ίδια ακριβώς απειλή. Όπως ακριβώς τότε.
Και εν τω μεταξύ ο ευρωσκεπτικισμός καλπάζει, στο σύνολο της ευρωπαϊκής «επικράτειας», ακόμη και στην ίδια τη Γερμανία. Λίγο ακόμη και θα προσλάβει διαστάσεις πλειοψηφικού ρεύματος. Διεκδικητικού ρεύματος μάλιστα, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει.
Επείγει όθεν η συνεννόηση και η εκπόνηση σχεδίου αντίστασης απέναντι στον γερμανικό επεκτατισμό, εκ μέρους όσων αισθάνονται πως απειλούνται. Δηλαδή όλων. Αλλά και όσων εμφορούνται ακόμη από τα οράματα της ευρωπαϊκής ιδέας, τα ιδρυτικά. Με την ελπίδα πως έτσι μπορεί να μη γίνουν τελικά τα πράγματα όπως τότε...