Με βάση την οικονομική, πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, δεν θα έπρεπε το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ και η διαφορά του από τη Ν.Δ. να είναι σαφώς μεγαλύτερα; Σήμερα (όπως έμαθα) θα δημοσιευτούν δύο νέες δημοσκοπήσεις όπου η πρωτιά του μεγάλου σχηματισμού της Αριστεράς γίνεται ευδιάκριτη. Όχι όμως τόσο που να δείχνει δυναμική ανατροπής. Γιατί λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ - ΕΚΜ δεν συγκεντρώνει προτιμήσεις ψήφου σε ποσοστό ικανό να τον οδηγήσει στην πολιτική κυριαρχία και στην ανάληψη της κυβερνητικής ευθύνης;
ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ποιοτική έρευνα στην κοινή γνώμη θα μπορούσε να βρει τους δισταγμούς εκείνης της κρίσιμης και χρήσιμης μάζας ψηφοφόρων να εμπιστευτούν τον ΣΥΡΙΖΑ. Στις συζητήσεις που κάνω στην γειτονιά, όταν συναντώ επιφυλάξεις για την αξιοπιστία και την κυβερνητική επάρκεια (και την εσωτερική κακοφωνία) του ΣΥΡΙΖΑ, τους λέω: Εντάξει, παιδιά, να μην ψηφίσουμε τον ΣΥΡΙΖΑ. Μπορείτε να μου πείτε εσείς τι καλύτερη λύση έχουμε, να την ψηφίσω και εγώ; Η απάντηση που λαμβάνω είναι πως δεν υπάρχει καλύτερη λύση! Τι μένει λοιπόν;
Η ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ αναζήτησης είναι απλή. Ποιο είναι το μείζον ζητούμενο για τη χώρα, ετούτη τη στιγμή; Η απελευθέρωσή της από τα δεσμά του Μνημονίου, πριν η κατάσταση γίνει μη αντιστρέψιμη, καθώς τα πολυτιμότερα εθνικά εργαλεία και περιουσιακά στοιχεία θα έχουν ξεπουληθεί. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ μόνο με τις δικές του σημερινές (κομματικές) δυνάμεις να ανταποκριθεί στις δυσκολίες του εγχειρήματος, χωρίς κυβερνητική πείρα και μάλιστα στις πιο δύσκολες διεθνείς οικονομικές συνθήκες, κυρίως στην Ευρώπη; Αρκεί ακόμα και ένα ποσοστό του 40% για να σχηματίσει ισχυρή κυβέρνηση ευρείας λαϊκής απήχησης, ώστε να έχει τη δύναμη διαπραγμάτευσης και υλοποίησης των πολιτικών τομών που απαιτούν οι συνθήκες; Δε νομίζω ότι υπάρχει λογικός άνθρωπος που να θεωρεί πως ναι, αρκεί.
ΕΡΧΕΤΑΙ λοιπόν το επόμενο ερώτημα. Τι κάνουμε για να εξασφαλίσουμε εκείνη την πλειοψηφία ώστε να σχηματιστεί η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, την ηγεμονία του οποίου κανένας από όσους θα ήθελαν να συνεργαστούν μαζί του δεν αμφισβητεί; Η μειοψηφία, όπως καταγράφηκε στην πρόσφατη ιδρυτική ενοποιητική συνδιάσκεψη, παρ' ότι η πρότασή της για κυβέρνηση της Αριστεράς σε συνεργασία με το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ απορρίφθηκε, την επαναφέρει με κάθε ευκαιρία ως την καλύτερη επιλογή! Καλύτερη επιλογή είναι μόνον για όσους δεν νιώθουν ικανοί να ανταποκριθούν στις προκλήσεις και τις δυσκολίες της πολιτικής πραγματικότητας. Η γνώμη και κυρίως η ψήφος της κοινωνίας να τιμήσει τον ΣΥΡΙΖΑ και να τιμωρήσει τη... μοναστηριακή πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ δεν κρίνεται ακόμα ως αξιόλογο γεγονός! Ούτε αξιολογείται η κυρίαρχη τάση στον Περισσό για ακόμα μεγαλύτερη περιχαράκωση! Αλλά, έστω και έτσι, πώς μπορείς να ζητάς κάτι που σου αφαιρεί πολιτική δυναμική από ανθρώπους που σε θεωρούν σιχαμένο, πρόστυχο και επικίνδυνο για την ταξική ωρίμανση του κινήματος;
ΑΠΟ τότε που μετέχω ενεργά στην πολιτική (1974), ξέρω πως οι αποφάσεις των συνεδρίων και εν προκειμένου μιας ιδρυτικής συνδιάσκεψης γίνονται σεβαστές από όλους, αφού όλοι είχαν την ευκαιρία να ακούσουν, να κρίνουν και να ψηφίσουν. Φυσικά το επόμενο συνέδριο θα έχει τον λόγο για τα θέματα που θα τεθούν και μπορεί να αποφασίσει ό,τι κρίνει σωστό. Μέχρι τότε όμως, υπάρχουν συγκεκριμένες δεσμευτικές αποφάσεις. Έχει αλλάξει αυτή η δημοκρατική αρχή; Πότε;
ΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ για τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού σήμερα είναι η πτώση της τρόικας εσωτερικού και η εγκατάσταση μιας κυβέρνησης που θα επιβάλει τον σοσιαλισμό; Παρακάμπτω το κεφαλαιώδες ερώτημα ποιον σοσιαλισμό έχει το κάθε στέλεχος στο κεφάλι του, χωρίς μάλιστα να τον ενδιαφέρει η άποψη της κοινωνίας. Ας υποθέσουμε ότι αυτό το λύνουμε και βρίσκουμε συμβιβασμό. Έχει αναρωτηθεί κανείς αν, στον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη και τον κόσμο, μπορούμε να σταθούμε κόντρα σε όλους, στην κατάσταση που βρίσκεται η ελληνική οικονομία; Το αναφέρω, διότι εδώ δεν χωράνε λάθη και συγνώμες του τύπου “μας συγχωρείτε, νομίζαμε πως το σχέδιό μας θα πετύχει”. Αν το μορατόριουμ (τρόπος του λέγειν) Στάλιν - Χίτλερ, γνωστό ως σύμφωνο Ρίμπερντροφ - Μολότοφ ήταν σοφή στρατηγική κίνηση για να κερδίσει η Σοβιετική Ένωση χρόνο να ετοιμαστεί για την επίθεση, καθώς εκείνη τη χρονική στιγμή ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν σε βάρος της, γιατί σήμερα είναι σωστό το ακριβώς αντίθετο, να πέσουμε δηλαδή στη μάχη πριν την οικονομική ανασυγκρότηση, με σίγουρη όχι μόνον την ήττα, αλλά τη συντριβή;
ΔΥΣΤΥΧΩΣ, δεν πρόκειται για σοβαρές διαφωνίες που εδράζονται σε πραγματικά ζητήματα στρατηγικής. Όπως έδειξε και η νέα πρωτοβουλία Αλαβάνου, να ξαναδοκιμάσει τις δυνάμεις του με κόμμα που έχει βασικό (μοναδικό) ρεπερτόριο την έξοδο από το ευρώ, που μετά θα οδηγήσει αυτομάτως στον σοσιαλισμό, εξαφανίζοντας μαγικά τη Χρυσή Αυγή, οι απόψεις κατασκευάζονται για να δώσουν περιεχόμενο σε αρχηγικές φιλοδοξίες, ακόμα και για λόγους εκδίκησης!
ΑΠΟ τη στιγμή λοιπόν που τα εθνικά προτάγματα απαιτούν κυβέρνηση λαϊκής ενότητας και κοινωνικής σωτηρίας, όπως ακριβώς αξιολόγησε ο Αλέξης Τσίπρας, στις πρόσφατες ομιλίες του, τη συνισταμένη του κοινού αγώνα, όποιος διαφωνεί οφείλει να εξηγήσει σε τι εμποδίζει αυτό, που είναι βέβαιο ότι συσπειρώνει τον ελληνικό λαό, τις επόμενες πολιτικές επιλογές με την έγκριση και τον έλεγχο της κοινωνίας;