Ούτε μια συγγνώμη δεν τόλμησε να ψελλίσει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος που επέμεινε στις εμετικές τοποθετήσεις ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει νεκρό διασπείροντας ψέματα και οχετό κατά του κόμματος της Αξιωματικής αντιπολίτευσης και των στελεχών του.
Ο Γιάννης Οικονόμου κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών υποστήριξε ανερυθρίαστα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτός που ρίχνει «λάδι στη φωτιά» και επέμεινε στην πρωτοφανή συκοφαντική δήλωση κατά του ΣΥΡΙΖΑ.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αντί να «καταπιεί τη γλώσσα του» όταν κλήθηκε να σχολιάσει αν τέτοιες δηλώσεις, ένα μήνα πριν τις εκλογές, συμβάλλουν στον εποικοδομητικό διάλογο είπε πως «εκείνο πάντως που σίγουρα δεν συμβάλει είναι να ρίχνουμε λάδι στη φωτιά και διαρκώς, μία κουβέντα να πούμε για τις γυναίκες και άντρες των σωμάτων ασφαλείας, της ΕΛΑΣ στις επιθέσεις που δέχονται. Αντιθέτως έχουν πολύ μεγάλο δισταγμό και άρνηση να καταδικάσουν τέτοιου είδους τραμπούκικες επιθέσεις με μολότοφ με πέτρες, με καταλήψεις χώρων εστίας φοιτητών».
Και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος συνέχισε τα ψέματα συμπληρώνοντας ότι «εκείνο που ρίχνει λάδι στη φωτιά και δημιουργεί απογοήτευση είναι να καλύπτουμε δηλώσεις διαφόρων ανθρώπων ότι οι άντρες και οι γυναίκες του λιμενικού δεν σώζουν ζωές στο Αιγαίο αλλά αντίθετα απαγάγουν μετανάστες, του γδύνουν, τους παίρνουν τα κινητά τους πετάνε στη θάλασσα, περίπου τους πνίγουν».
«Όλα αυτά ρίχνουν λάδι στη φωτιά» ισχυρίστηκε ο Γιάννης Οικονόμου «Η ΕΛΑΣ, κάνει τη δουλειά της με βάση την εκπαίδευση που έχει, με βάσει τα επιχειρησιακά σχέδια που εκπονούνται. Προφανώς υπάρχουν στιγμές κατά τη διάρκεια της επιχειρησιακής της δράσης που γίνονται λάθη. Τα λάθη αυτά πρέπει να αναδεικνύονται, προφανώς να διορθώνονται και όλοι περιμένουμε καλύτερα αποτελέσματα».
Ο Γιάννης Οικονόμου κατέβηκε ακόμα ένα σκαλί προς τον πάτο υποστηρίζοντας ότι είναι «άλλο όμως αυτό και άλλο να μη βρίσκεται μία κουβέντα στο πλαίσιο της συντεταγμένης πολιτείας της νομιμότητας της δημοκρατίας, να αποδοκιμάζονται οι επιθέσεις που δέχεται η αστυνομία και να καταδικάζεται η δράση εκείνων που τις προκαλούν, επιδιώκοντας τη μέγιστη κοινωνική ένταση, ιδιαίτερα στην περίοδο που είμαστε».
