Το χειρόγραφο κείμενο της αφήγησης βρέθηκε στα χέρια μου τυχαία. Μου το έδωσε πριν από χρόνια συνάδελφος, που καλά - καλά δεν γνώριζε το όνομα του συντάκτη του. «Πιστοφίδη θαρρώ τον έλεγαν», μου είπε, προσπαθώντας να τον θυμηθεί. Ο τρόπος της γραφής του πάνω σ’ ένα παλιοκαιρίσιο χαρτί, διπλωμένο διπλά και τριπλά, φανέρωνε την αγωνία του πρόσφυγα. Ήξερε ότι σε λίγο δεν θα υπήρχε κι αυτό μεγάλωνε την επιθυμία του να αφήσει στους μεταγενέστερους τις ύστατες μαρτυρίες του. Τις μαρτυρίες μιας γενιάς που έζησε τη φοβερή περιπέτεια της προσφυγιάς, αλλά και τα καλά χρόνια του παρελθόντος. Τότε που η συνύπαρξη των λαών σ’ ένα προικισμένο τόπο, όπως ο Πόντος, γεννούσε ευτυχία.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που άκουσα αφηγήσεις προσφύγων παλαιότερων, αλλά και νεότερων εποχών. Άλλοτε είχαν ως αιτία τους βασική τον ακατανόητο -γι’ αυτό και ανεξέλεγκτο- εθνικισμό κι άλλοτε τις αντιπαλότητες που προκαλούσαν οικονομικές, πολιτικές κι άλλου είδους επιδιώξεις. Διαβάζοντας ωστόσο το κείμενο ξανά και ξανά, συνειδητοποίησα ότι εκείνο που απομένει απ’ αυτό είναι κυρίως η αίσθηση ότι ακούει κανείς, ακόμη μια φορά, την κραυγή του πρόσφυγα. Τη φωνή που όσο κι αν επαναλάμβανε συνεχώς παλιά βιώματα, ποτέ δεν θα την έλεγα παραλήρημα. Ίσως γιατί και ο ίδιος βίωσα, χωρίς να είμαι πρόσφυγας, ανάλογες καταστάσεις. Η φωνή αυτή είναι η ίδια με εκείνη κάποιων άλλων προσφύγων και μεταναστών, κάποιων τρομοκρατημένων πολιτών που οδηγούνταν στην αναγκαστική φυγή, γιατί δεν άντεχαν να ζήσουν στις δύσκολες πολιτικές και οικονομικές καταστάσεις της ίδιας τους της πατρίδας...
Είναι ίσως η φωνή που βγαίνει μέσα από τα βιώματα των δύσκολων καιρών που κάνει πολλούς από εμάς -παιδιά μιας άλλης εσωτερικής μετανάστευσης- να νιώσουμε περισσότερο τον καημό του Πόντιου πρόσφυγα, ακόμη και αν δεν έχουμε, όπως εγώ, καμία σχέση με τον Πόντο, την Κωνσταντινούπολη ή τη Μικρά Ασία. Οι αφηγήσεις μόνο της κυρά Ελένης, της δασκάλας μητέρας γυναίκας μου που έφτασε ορφανή στην Ελλάδα, παραμένουν χαραγμένες στη μνήμη μου...
Έχοντας λοιπόν κατά νουν όλα αυτά, αποφάσισα να παρουσιάσω με σχόλια, όπου αυτά κρίνονται απαραίτητα, τις γραπτές μαρτυρίες του Πόντιου πρόσφυγα. Τις έγραψε χρησιμοποιώντας κυρίως τα προσωπικά του βιώματα, αλλά και παλαιότερες διηγήσεις, συγγενών του. Έστω και χωρίς χρονολογική σειρά και χωρίς ιεράρχηση της σημασίας των γεγονότων, προχώρησε σε μια κριτική θεώρησή τους και κατέθεσε πολύτιμα στοιχεία για τη συνολική ιστορική μνήμη, που όλο και εξασθενεί. Σημειολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι ο συντάκτης του κειμένου αρχίζει την αφήγησή του χωρίς να δηλώσει, όπως συνηθίζεται, ούτε καν το όνομά του...
Παιδικές μνήμες
«Γεννήθηκα το 1913 στην Τυφλίδα της Γεωργίας. Μικρό με φέρανε στον Πόντο. Πρώτα στη Χοτς, ύστερα στη Σάντα και πάλι στη Χοτς απ’ όπου έχω και τις εμπειρίες μου» γράφει. Στη συνέχεια προχωράει σε μια λεπτομερή περιγραφή του τόπου των αναμνήσεών του. Οι παιδικές μνήμες ακουμπούν στη μήτρα που τις γέννησε, όταν ύστερα από μερικές δεκαετίες επισκέπτεται τον τόπο της πρώτης νιότης του. Ήξερε ότι η Χοτς ήταν πολύ κοντά στην Τραπεζούντα. Απείχε μόλις τέσσερα χιλιόμετρα απ’ αυτήν, στα ανατολικά της. Αντίθετα, τα Πλάτανα ήταν στα δυτικά της πόλης.
Ο στίχος του τραγουδιού που αναφερόταν σ’ αυτά και θυμόταν από τα παιδικά του χρόνια «Ο ήλιος εβασίλεψεν στα Πλάτανα μεραίαν τη κορίτσι το φίλεμαν μυρίζ’ τριανταφυλλέα» τον βοήθησε, όπως λέει, να βρει το χωριό του όταν επισκέφθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια, την περιοχή. Τον προσανατόλισε ακόμη το ποτάμι Τεερμέν - Τερέ, Μυλοπόταμος στα ελληνικά, που ήξερε ότι χώριζε το χωριό του από την Τραπεζούντα. Ήταν ο ποταμός Πυξίτης των αρχαίων χρόνων. Όταν άκουσε την ονομασία του, του ήρθαν στο μυαλό του παλιές μνήμες κι ένας στίχος: «Ση Παναγίας το ποτάμι έχασα την κλειδίτσαμ μάνα σκοτού και αράεψαν σε μεν κοριά νυφίτσα» για να μονολογήσει στη συνέχεια ότι στους τοτινούς καιρούς «η μάνα διάλεγε τη νύφη...».
Στον νου του Πόντιου πρόσφυγα οι μνήμες των γεγονότων που βίωσε είναι ανεξίτηλα χαραγμένες. Πολλές φορές, ωστόσο, στα γεγονότα που περιγράφει μπαίνουν στοιχεία διηγήσεων που άκουσε από τους μεγαλύτερούς του. «Ο νινασμή εφέντης με την κόρη του Κισλούμ τον χειμώνα κατέβαιναν στην Τραπεζούντα. Ογδόντα δωμάτια είχε τα σπίτι του, με κήπους και με υπόγεια άρδευση, εκείνη την εποχή. Το επιτάξανε οι Ρώσοι το 1916. Είχαν πολύ στρατό στο χωριό μας».
Οι διηγήσεις αυτές αναφέρονται στα συνταρακτικά γεγονότα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και τις συμμαχίες που δημιουργήθηκαν γύρω από τους Αγγλογάλλους της Αντάντ. Μαζί μ’ αυτό περιγράφει και μια χαρακτηριστική σκηνή θέλοντας ταυτόχρονα να εκφράσει την άποψή του για τους Τούρκους: «Όταν αποχωρούσαν οι Ρώσοι, τα γυναικόπαιδα ήμασταν μαζεμένα και από πάνω μας ένας γιγαντόσωμος Τούρκος, ο Οσμάν, μας έλεγε: Κορκμαϊν, δηλαδή μη φοβάστε». Και συνεχίζει σαν να μονολογεί: «Όταν σκύπταμε το κεφάλι μας, οι Τούρκοι έδειχναν ανθρωπιά. Αυτό ξεγέλασε πολλούς που λένε πως οι Τούρκοι ήταν καλοί».
Είναι φανερό ότι την αντίληψή του αυτή τη θεμελιώνει και σε προγενέστερα γεγονότα σχετικά με διώξεις Ελλήνων από τους Τούρκους. Αναφέρεται γι’ αυτό τον λόγο στην περίπτωση του πατέρα του και του θείου του. «Τους άρπαξαν και τους στείλανε εξορία. Ο πατέρας μου με τη μέθοδο του προπορεύεσθαι κατόρθωσε να ζήσει και να γυρίσει. Ο θείος μου ο Κόττας δε γύρισε... Πάντα πίσω στην ουρά της πορείας γιο να βοηθήσει τους βραδυπορούντες, έτρωγε ξύλο με το 'γιουρουνουζ' (= τρέξε), ώσπου τελικά άφησε την πνοή του σαν το σκυλί στ’ αμπέλι, όπως λέει κι ο λαός. Η γυναίκα του, η Θεία Ανάστα, όταν έμαθε το μαύρον το χαπάρ σπαράσσονταν κυριολεκτικά».
Τα ίδια στους Σανταίους
Ανάλογη είναι και η αναφορά του σε γεγονότα που έχουν σχέση με Σανταίους. «Στα δύσκολα χρόνια κατέβαιναν στην Τραπεζούντα κατά ομάδες = η πόστα-ταχυδρομείο. Περνούσαν από περιοχές που από πολύ παλιά ήταν αποικίες των Σανταίων, όπως η Χοτς. Στην επιστροφή μιας πόστας κοντά στη Σάντα και σε ανταλλαγή πυρών με τους καιροφυλακτούντες Τούρκους σκοτώθηκε μέσο σε χαράκωμα ο εξάδελφός μου Ευστάθιος Πιστοφίδης. Ήταν ο πρώτος. Μια φορά οι Τούρκοι παραφύλαξαν νύχτα και πιάσανε μια ομάδα ανταρτών στο σπίτι της Σανταίας Πινίκα Γαραπίνα. Τους έδεσαν και ήταν έτοιμοι να τους κουβαλήσουν. Ο Ευκλείδης όμως, ο οπλαρχηγός της Σάντας, πάντα διορατικός κι αλάνθαστος, έστειλε από πίσω τους και δεύτερη ομάδα ανταρτών. Παρακολούθησαν τη σκηνή κρυμμένοι στους θάμνους και την κατάλληλη στιγμή ρίξαν. Οι Τούρκοι το 'βαλαν στα πόδια και οι αντάρτες ελευθερώθηκαν.
Το πώς ήρθαν στην Ελλάδα και το πώς μια επιτροπή απ’ την Ελλάδα τους πήρε μέσα απ’ τα χέρια του χάροντα είναι μια ολόκληρη ιστορία, που έχει περιγραφεί με λεπτομέρειες σε πολλά βιβλία. Ο Ευκλείδης πέθανε στη Ν. Σάντα του Κιλκίς».
Ένα μέρος του κειμένου αφιερώνεται στην περιγραφή των ενοριών, των επωνύμων κατοικιών και παραθεριστών και των σχολείων της Χοτς. Παίρνοντας στοιχεία και από διηγήσεις του πατέρα του αναφέρεται στο μεγάλο διώροφο σχολείο της κεντρικής ενορίας, του Αγίου Γεωργίου, που είναι γνωστή και ως Κερασές, από τα πολλά και νόστιμα κεράσια της. Το σχολείο αυτό κάηκε στα τέλη του 1917, μετά δηλαδή την Οκτωβριανή επανάσταση των μπολσεβίκων και την αποχώρηση των Ρώσων από την περιοχή. Ήταν ένα σχολείο στα οποίο δίδαξαν πολλοί καλοί δάσκαλοι, όπως ο δεκαεννιάχρονος, τότε, Σανταίος, Γιάννης Τριανταφυλλίδης. Έρχονταν μαθητές και από άλλες ενορίες, ακόμη και από τη Σάντα. Γι’ αυτό θυμάται τον πατέρα του να λέει: «Ακείνα τη Σάντας τα παιδιά και σ’ αταξίας πρώτα και σα μαθήματα πρώτα». Οι εξετάσεις γίνονταν ενώπιον επιτροπής στο τέλος της χρονιάς. «Τις παρακολουθούσε όλος ο κόσμος και η λαχτάρα των μαθητών ήταν μεγάλη» συμπληρώνει.
Ταξίδι χωρίς επιστροφή
Γεμάτη αυθεντικότητα και πυκνότητα νοημάτων είναι η περιγραφή των εικόνων που χαράχτηκαν στην μνήμη του, όταν, παιδί ακόμα, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Επιβιβάσθηκαν -στην πραγματικότητα φορτώθηκαν- στα καράβι Κιουλ Τσεμάλ για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Τόπος προορισμού η Ελλάδα, η μητέρα πατρίδα που γνώριζαν μόνο από τις διηγήσεις των μεγάλων και τα βιβλία. «Όλοι ναρκωμένοι, άκεφοι, άρρωστοι, ο ένας πάνω στον άλλο, πώς και πού κάναμε τις ανάγκες μας ούτε που θυμάμαι. Νομίζω πως κάπου άκουσα ότι τώρα περνάμε τη Σαμψούντα. Θυμάμαι πως κάποιος φώναζε '“μπακάλ, μπακάλ, ουτζούζ μπακάλ' και κατέβαζε τα καλάθια με το σχοινί μέσα στο αμπάρι του πλοίου. Έπρεπε να ήταν τα στενά της Κωνσταντινούπολης. Καλύτερα θυμάμαι όταν μας βγάζανε για απολύμανση 'επικάνεμος τισίν'. Όλοι γυμνοί στα Τούσλα. Ο μεγαλύτερος σταθμός (6 μήνες) ήταν στον Άγιο Στέφανο, σε στρατώνες 'κοβούσια'. Καζάνι και συσσίτιο. Σανταίος ο μάγειρας. Λίγο καιρό κάναμε στην Αντιγόνη σε εγκαταστάσεις, που φαίνονταν σαν μοναστήρι. Πολλοί νεκροί εκεί. Ο Θείος ο Γιάγκος, η γιαγιά και κάτι ξαδελφάκια. Οι ψαράδες ρίχναν τα ψάρια έξω στην παραλία για τους πρόσφυγες. Πατήσαμε πόδι στην Αλεξανδρούπολη. Δόξα σοι ο Θεός, άκουσα τον πατέρα μου και κατάλαβα. Μας βάλανε σε σκηνές. Πηγαίναμε με καραβάνες στους στρατώνες. Τα καημένα τα φανταράκια πόσο πληγωμένα ήταν από τα πρόσφατα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής...
Εγώ δεν μπορούσα να σκεφθώ. Τρέχαμε ανάμεσα στις βελανιδιές, στο Μαΐστρο, σ’ ένα μεγάλο ξηροπόταμο. Πώς βρεθήκαμε μετά στο Καραμπουρνάκι της Θεσσαλονίκης ούτε ξέρω. Μόνο θυμάμαι τα μύδια σε μπηγμένους σιδερένιους πασσάλους και τα συσσίτια στους στρατώνες της Αγίας Παρασκευής Θεσσαλονίκης»
Οι ευθύνες των συμμάχων
Αν και έχουν δοθεί, πολλές φορές, ερμηνείες για τα αίτια της Μικρασιατικής Καταστροφής, παραθέτω τις απόψεις του συντάκτη των εγγράφων μαρτυριών. Προσπαθώντας να δώσει εξηγήσεις για την ανείπωτη καταστροφή γράφει: «Χάσαμε μεγάλη ευκαιρία με την Μικρασιατική Καταστροφή, τότε που όλοι σχεδόν (οι Τούρκοι) ήταν αγράμματοι. Ενώ εμείς ήμασταν νικητές, χάσαμε τα πάντα, χάσαμε και τους συμμάχους μας. Μας τους πήραν οι αντίπαλοι. Αυτό που λένε, μας πρόδωσαν οι σύμμαχοι, είναι προσβλητικό για μας, διότι αυτό ακριβώς υποδηλώνει την ανικανότητά μας στη διπλωματία. Πρόκειται περί λάθους και το λάθος είναι αυτωνών που διαχειρίζονταν τα πράγματα. Διότι με τη σειρά τους και οι σύμμαχοι μπορούν να μας πουν ότι εσείς μας προδώσατε πιο μπροστά. Γνωστά είναι άλλωστε τα σαμποτάζ των Μεταξοβασιλικών, Γερμανόφιλων που φέρανε τον βασιλιά παρά τη θέλησή μας και τον στήσανε στη Σμύρνη...».
Οφείλω να σημειώσω εδώ ότι διατηρώ επιφυλάξεις ως προς τις ευθύνες απέναντι στους συμμάχους που μας καταμαρτυρεί ο αφηγητής μας. Η απόδοση δικαιοσύνης δεν μπορεί να εξαρτάται από προγενέστερες συμπεριφορές ούτε να οδηγεί σε συμψηφισμούς και τιμωρίες εξαιτίας των επιλογών και των παραλείψεων ορισμένων πολιτικών ή και μερίδας του ελληνικού λαού (η αμφισβητήσιμη ουδετερότητα του φιλοβασιλικού και φιλογερμανικού «κράτους των Αθηνών», τα γεγονότα των επιστράτων κ.λπ.). Γιατί αυτά τα οποία αναφέρει ως δικαιολογία της στάσης των συμμάχων μας συνέβησαν την περίοδο 1915-1917, πέντε ολόκληρα χρόνια δηλαδή πριν την τραγωδία.
Πιστεύω ωστόσο, πέρα από τις όποιες αντιρρήσεις μου ως προς τη συγκεκριμένη ερμηνεία, ότι καμιά εκτίμηση των αιτίων μιας τόσο μεγάλης καταστροφής δεν είναι περισσότερο κοντά στην αλήθεια απ’ ό,τι αυτή που εκφράζουν όσοι βίωσαν ανάλογα γεγονότα και τις συνέπειές τους. H αλησμόνητη ζωή, πριν τον εξαναγκασμό σε φυγή, κάνει τους απανταχού πρόσφυγες να αγωνίζονται για τη διαιώνιση των ελπίδων, να προσπαθούν να αφήσουν υποθήκες πολιτισμού και γνώση στους νεότερους.
* Ο Γιάννης Αικατερινάρης είναι αρχιτέκτονας, π. πρόεδρος του ΤΕΕ Κ. Μακεδονίας