Ο γνωστός σε όλους ακροδεξιός ηγέτης της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν έχει εκφράσει την άποψη ότι αυτό που χρειάζεται η χώρα του είναι ένα είδος «iliberal democracy», δηλαδή ένα είδος ανελεύθερης δημοκρατίας.
Στις μέρες μας, προκειμένου να χαρακτηριστεί η ποιότητα και τα ειδικά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας στην Ελλάδα, έχει γίνει συχνά αναφορά στον όρο μεταδημοκρατία, που πρώτος ο Κόλιν Κρόουτς χρησιμοποίησε στο ομώνυμο βιβλίο του.
Στην περίπτωση όμως της Ελλάδας σήμερα το περιεχόμενο των δύο όρων φαίνεται σε μεγάλο βαθμό να συγκλίνει. Έτσι, αν θέλαμε να δώσουμε έναν συνοπτικό ορισμό για το ποια είναι η έννοια της μεταδημοκρατίας στη χώρα μας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι μεταδημοκρατία είναι η ελληνική εκδοχή του καθεστώτος της ανελεύθερης δημοκρατίας.
Εκδοχές της δημοκρατίας…
Η Ελλάδα άλλωστε έχει παράδοση στις αποκλίνουσες εκδοχές της δημοκρατίας. Μια εκδοχή της βίωσε η χώρα μας τις δύο δεκαετίες που προηγήθηκαν της χούντας. Η σημερινή, πάντως, εκδοχή έχει άλλα ειδικά χαρακτηριστικά.
Το πρώτο είναι η αντικατάσταση της πολιτικής με την επικοινωνία. Σημασία δεν έχει τόσο να δώσεις λύση στα προβλήματα της κοινωνίας όσο να πείσεις ότι η λύση που έδωσες είναι η καλύτερη δυνατή. Σημασία δεν έχει ποιες είναι οι ανάγκες και οι προτεραιότητες των πολιτών, αλλά να πείσεις τους πολίτες για το ποιες πρέπει να είναι οι ανάγκες και προτεραιότητές τους. Σημασία δεν έχει αν κάνεις λάθη, αλλά να πείσεις ότι τα λάθη αυτά επιτρέπονται - ενίοτε δε επιβάλλονται, καθ’ όσον βοηθούν στο να αποδείξουν ότι οι ηγέτες μας δεν είναι υπεράνθρωποι.
Η επικοινωνία δεν υποκαθιστά μόνο την πολιτική, επιχειρεί να υποκαταστήσει οτιδήποτε την καθορίζει και την προσδιορίζει. Έτσι, ο λόγος της διανόησης, που στο παρελθόν καθόριζε σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα της πολιτικής σκέψης, έχει πνιγεί στον κατακλυσμό των social media και την κατά παραγγελία δημοσιογραφία.
Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό έχει να κάνει με το δίπολο ελευθερία του λόγου από τη μία, ελεγχόμενη - ανελεύθερη ενημέρωση από την άλλη. Στην Ελλάδα σήμερα, βεβαίως, υπάρχει πλήρης ελευθερία του λόγου. Ο καθένας μπορεί, όποτε θέλει, να πει ό,τι θέλει. Μόνο που τελικά δεν θα ακουστεί. Ή, καλύτερα, θα ακουστεί στον βαθμό και όταν η κυβέρνηση κρίνει σκόπιμο ότι πρέπει να ακουστεί. Αυτό συμβαίνει κυρίως για δύο λόγους που λειτουργούν συνδυαστικά.
Ο πρώτος αφορά τον ιδιότυπο «συνεταιρισμό» που έχει στήσει η κυβέρνηση με τους καναλάρχες. Η κυβέρνηση αποκομίζει κυρίως πολιτικά κέρδη τα οποία επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει. Οι καναλάρχες αποκομίζουν χρηματικά κέρδη - και όχι μόνο. Ισχυροποιούνται στον ρόλο του βασικού, του καθοριστικού, του «sine qua non» παράγοντα για την άνοδο και την παραμονή κάποιου στην εξουσία.
Ο δεύτερος αφορά τα χαρακτηριστικά του εκλογικού σώματος, που είναι γερασμένο ηλικιακά και με συγκεκριμένες προτιμήσεις όσον αφορά τον τρόπο που τρέφεται επικοινωνιακά. Ο κόσμος αυτός καταναλώνει την επικοινωνιακή του τροφή κυρίως μέσω της τηλεόρασης, η οποία έχει υποκαταστήσει τον Τύπο.
Ο συγκερασμός αυτών δίνει στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να καθορίζει την επικοινωνιακή «δίαιτα» των ψηφοφόρων. Πλέον η χειραγώγηση γίνεται με αθόρυβο τρόπο από τα μέσα (media).
«Επικοινωνιακή καραντίνα» - επόμενες εκλογές
Μπροστά σ’ αυτή την υπεροπλία, ο βασικός αντίπαλος της κυβέρνησης, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, φαίνεται αδύναμο, καθώς το μεγάλο όπλο του, ο Αλέξης Τσίπρας, έχει τεθεί σε αυστηρή απομόνωση, σε «επικοινωνιακή καραντίνα».
Σε ένα είδος καραντίνας όμως έχει μπει το τελευταίο διάστημα το σύνολο των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ο λόγος των οποίων χρησιμοποιείται σαν άρτυμα στα πολιτικά πιάτα που μαγειρεύει η κυβέρνηση και μας σερβίρουν τα κανάλια. Κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι η κυβέρνηση εμφανίζει έντονα συμπτώματα δυσανεξίας σε κάθε πολιτική κριτική. Ο πραγματικός λόγος όμως είναι άλλος. Είναι οι επόμενες εκλογές.
Το διακύβευμα των επόμενων εκλογών είναι σύνθετο. Κατ’ αρχάς κρίνεται το εάν και με ποιους όρους η Νέα Δημοκρατία θα κατορθώσει να παραμείνει στην εξουσία. Παράλληλα κρίνεται το μέλλον αυτού του ιδιότυπου «συνεταιρισμού». Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο. Αφορά τη δυνατότητα της απλής αναλογικής να λειτουργήσει δημιουργώντας κάποιο ελάχιστο πολιτικό αποτέλεσμα ή να «καεί» άδοξα προκειμένου να οδηγήσει στις επόμενες εκλογές που θα επαναφέρουν την ενισχυμένη. Στην πραγματικότητα, η επικοινωνιακή καραντίνα της αντιπολίτευσης εξυπηρετεί ακριβώς αυτόν τον στόχο, που είναι να «καεί» η απλή αναλογική και να συνεχιστεί η σημερινή τάξη πραγμάτων. Ποιο όμως είναι αυτό το ελάχιστο πολιτικό αποτέλεσμα που θα μπορούσε να αλλάξει την κατάσταση;
Τα δεδομένα που αναφέραμε δεν διαμορφώνουν απλώς μια εξοργιστικά προκλητική πραγματικότητα. Αποτελούν ύβρη για τη δημοκρατία. Ταυτόχρονα όμως διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για τη διατύπωση ενός βασικού κοινού αιτήματος από όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ενός αιτήματος το οποίο έχει τις προϋποθέσεις για να μετατραπεί σε κίνημα με έναν και μόνο στόχο: να αλλάξει, να καταργήσει το καθεστώς της ελεγχόμενης ενημέρωσης για να πάψει το πολιτικό παιχνίδι να είναι στημένο.
*Ο Πάρις Βελλιανίτης είναι αναπληρωτής συντονιστής Ν.Ε. ΣΥΡΙΖΑ Χίου