Οι περισσότεροι μαθητές όταν τελειώνουν το σχολείο ούτε γνωρίζουν Ιστορία ούτε ενδιαφέρονται πραγματικά για την Ιστορία. Αυτή είναι μια διαπίστωση με την οποία θα συμφωνούσαν μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικοί και πανεπιστημιακοί. Η κοινοτοπία της διαπίστωσης δεν θα πρέπει να μας εμποδίσει να δούμε την πρόκληση που εμπεριέχει: εάν πραγματικά μας ενδιαφέρει οι μαθητές να αποκτήσουν ιστορικές γνώσεις αλλά και ενδιαφέρον για την Ιστορία, είναι ανάγκη να γίνουν ουσιαστικές αλλαγές στο μάθημα της Ιστορίας.
Στην κατεύθυνση των ουσιαστικών αλλαγών κινήθηκε η Επιτροπή για την αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών Ιστορίας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Εργάστηκε αμισθί για δύο χρόνια, έθεσε τις προτάσεις της σε δημόσια διαβούλευση και, με τη συνδρομή εκπαιδευτικών, εκπόνησε νέα προγράμματα σπουδών, τα οποία ακριβώς είχαν ως στόχο να θεραπεύσουν τις χρόνιες αδυναμίες της διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας. Τα νέα προγράμματα σπουδών χαρακτηρίζονταν από ένα πνεύμα ανανέωσης τόσο ως προς το περιεχόμενο του μαθήματος όσο και ως προς τον τρόπο διδασκαλίας. Αντιμετώπιζαν ως ενιαία την ιστορική εκπαίδευση από το Δημοτικό έως το Λύκειο· ενέτασσαν την ελληνική Ιστορία στο πλαίσιο της βαλκανικής, μεσογειακής, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας Ιστορίας· έδιναν έμφαση στην κοινωνική, πολιτισμική, οικονομική Ιστορία (χωρίς, βέβαια, να παραλείπεται η πολιτική Ιστορία)· καθιέρωναν τους θεματικούς φακέλους, που έδιναν την ευκαιρία σε εκπαιδευτικούς και μαθητές να εμβαθύνουν σε συγκεκριμένα ιστορικά ζητήματα· τέλος, ανταποκρίνονταν στις διεθνείς προδιαγραφές, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις επιστημονικές και παιδαγωγικές αρχές του Συμβουλίου της Ευρώπης και της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας. Η Επιτροπή κατέθεσε τα νέα προγράμματα σπουδών αρκετά έγκαιρα (άνοιξη 2018) αλλά εγκρίθηκαν από το υπουργείο Παιδείας με μεγάλη καθυστέρηση (Μάρτιο και Ιούνιο 2019 για Γυμνάσιο και Λύκειο αντίστοιχα), με αποτέλεσμα να μην προχωρήσει η υλοποίησή τους.
Η πρόσφατη απόφαση του υπουργείου Παιδείας να καταργήσει τα νέα προγράμματα σπουδών Ιστορίας μόνο λύπη και απογοήτευση προκαλεί. Αγνόησε τα προγράμματα σπουδών που είχαν εγκριθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση και σε μια κίνηση πρωτοφανούς θεσμικής αμνησίας επανέφερε σε ισχύ τα προγράμματα σπουδών του 2002-2003. Περιφρόνησε το έργο που είχαν εκπονήσει πανεπιστημιακοί και εκπαιδευτικοί και για περισσότερο από έναν χρόνο δεν ήλθε σε επικοινωνία με την Επιτροπή. Τέλος, σε μια επίδειξη αυθαιρεσίας, κατάργησε τα νέα προγράμματα σπουδών με μια πολιτική απόφαση, χωρίς να προηγηθεί η αξιολόγησή τους και η διαβούλευση με την επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα. Από την άλλη πλευρά, η απόφαση του υπουργείου, δυστυχώς, δεν προκαλεί καμιά έκπληξη. Συνάδει με τη συνολικότερη συντηρητική πολιτική που έχει ακολουθήσει στον χώρο της εκπαίδευσης, όπως φαίνεται από την κατάργηση της κοινωνιολογίας και των καλλιτεχνικών μαθημάτων ή την αναγραφή της διαγωγής στα απολυτήρια των μαθητών. Η απόφαση για την κατάργηση των νέων προγραμμάτων σπουδών συντείνει στην περαιτέρω απαξίωση του μαθήματος της Ιστορίας. Την επόμενη φορά που κάποιοι θα εκφράσουν την αγανάκτησή τους για «τους σημερινούς νέους που δεν ξέρουν Ιστορία», ας σκεφτούν πρώτα ποιος φέρει την ευθύνη για το τι είδους Ιστορία και με ποιον τρόπο διδάσκεται στα σχολεία.
* Ο Πολυμέρης Βόγλης είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, πρόεδρος της Επιτροπής για την Εκπόνηση Προγραμμάτων Σπουδών Ιστορίας