Η «πλήρης συμπαράσταση και στήριξη» στην επιστολή Μητσοτάκη προς Αναστασιάδη, φαίνεται να είναι «χαλαρότητα» στις κινήσεις για να επιβληθούν κυρώσεις στην Τουρκία.
Οι σχέσεις Αθήνας - Λευκωσίας φαίνεται να μην βρίσκονται στην πιο θερμή τους περίοδο αυτές τις ώρες, παρά το ό,τι η Σύνοδος Κορυφής στις Βρυξέλλες θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό την επόμενη περίοδο στις σχέσεις και των δύο χωρών με την Τουρκία και την προκλητικότητα Ερντογάν στο Αιγαίο και την νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Η προοπτική επανέναρξης των διερευνητικών επαφών Ελλάδας - Τουρκίας και η αποχώρηση του ORUC REIS από τις θαλάσσιες περιοχές που προσπαθεί να «γκριζάρει» η Άγκυρα, φαίνεται ότι οδηγούν την ελληνική κυβέρνηση σε μία πολύ πιο μετριοπαθή στάση όσον αφορά την επιβολή κυρώσεων από την ΕΕ στην Τουρκία. Ακόμη περισσότερο, καθώς οι χειρισμοί που έγιναν με την αρχική σύνδεση των κυρώσεων με αυτές που επεδίωκε η ΕΕ κατά της Λευκορωσίας, τελικά άφησαν εκτεθειμένη την Αθήνα για τα ήξεις-αφήξεις.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης έστειλε μεν το συγχαρητήριο μήνυμα προς τον Πρόεδρο Ν. Αναστασιάδη για την επέτειο εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας (συμπληρώνονται φέτος 60 χρόνια), αλλά οι διατυπώσεις σε αυτό παρέμειναν... συγκρατημένες. Σημειώνει μεν ότι «Η σημερινή επέτειος είναι διαφορετική ... γιορτάζεται εν μέσω συνεχών παράνομων τουρκικών ενεργειών κατά της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, τόσο στις Θαλάσσιες Ζώνες όσο και επί του εδάφους της Κύπρου. Η παραβατικότητα αυτή έχει περαιτέρω κλιμακωθεί με τις απειλές εποικισμού των Βαρωσίων και σφετερισμού των εκεί ελληνοκυπριακών περιουσιών κατά ευθεία παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και των Αποφάσεων των ΗΕ. Η πλήρης συμπαράσταση και στήριξη της Ελλάδας προς την Κύπρο είναι αυτονόητη», αλλά πέραν του «δεν θα αποδεχθούμε τη νομιμοποίηση τετελεσμένων», του «δεν θα φεισθούμε προσπαθειών» και της γενικόλογης αισιοδοξίας για «επικράτηση της διεθνούς νομιμότητας», δεν υπάρχει καμία σαφής αναφορά στην ανάγκη επιβολής ευρωπαϊκών κυρώσεων προς την Άγκυρα για να σταματήσει να αμφισβητεί έμπρακτα την κυριαρχία της Κύπρου στην ΑΟΖ της χρησιμοποιώντας ακόμη και στρατιωτικά μέσα.
Η Κύπρος ζητά αποφασιστική απάντηση στην Τουρκία
Όπως είναι σαφές και από τις άλλες δηλώσεις του, ο Κ. Μητσοτάκης αποφεύγει συστηματικά να ξεστομίσει τη λέξη «κυρώσεις», καθώς αυτή τη στιγμή η Αθήνα δεν θέλει την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία την επαύριο της Συνόδου, αλλά να κρέμεται ως «δαμόκλειος σπάθη» πάνω από το κεφάλι του Ερντογάν μια λίστα με «στιβαρές» κυρώσεις, οι οποίες θα επιβληθούν εάν ο Τούρκος Πρόεδρος αρχίσει πάλι τις προκλήσεις. Εναντίον της Ελλάδας...
Ο πρόεδρος Αναστασιάδης, από την πλευρά του, δεν χρειάστηκε τόσα πολλά λόγια για να πει στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τι έχει ανάγκη η Κύπρος... εδώ και τώρα: Στην συνάντηση με τον Σαρλ Μισέλ, ξεκαθάρισε ότι από την Σύνοδο Κορυφής, η Λευκωσία ζητά «μία ενωμένη, σταθερή και αποφασιστική απάντηση στις παράνομες γεωτρήσεις της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ», όπως ανέφερε στον λογαριασμό του στο twitter.
Το βράδυ στο δείπνο θα συζητηθεί το κείμενο των Συμπερασμάτων
Στην αρχική της τοποθέτηση κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών την Πέμπτη εξάλλου, η αναπληρώτρια κυβερνητική εκπρόσωπος Αριστοτελία Πελώνη ανέφερε ότι «ο πρωθυπουργός αναχώρησε για τις Βρυξέλλες όπου θα μετάσχει σήμερα και αύριο στην ειδική Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Αυτή την ώρα έχει συνάντηση με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Charles Michel και στη συνέχεια θα συναντηθεί με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula vonder Leyen».
Όπως διευκρίνισε, «λόγοι εμπιστευτικότητας» επέβαλαν να μην δοθεί στην δημοσιότητα το κείμενο των Συμπερασμάτων του Συμβουλίου για τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Το περιεχόμενό του θα συζητηθεί από τους ηγέτες της ΕΕ στο αποψινό δείπνο. Θύμισε επίσης αφενός ότι ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Charles Michel υπογράμμισε ότι «όλες οι επιλογές είναι στο τραπέζι για την υπεράσπιση των νόμιμων συμφερόντων της Ε.Ε. και των κρατών-μελών», αφετέρου ότι στόχος είναι ένας «εποικοδομητικός διάλογος με την Τουρκία με κατεύθυνση τη σταθερότητα και την ασφάλεια στην περιοχή και τη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων όλων των κρατών-μελών της Ε.Ε. Περιμένουμε να δούμε στη πράξη πώς θα διασφαλιστεί αυτός ο σεβασμός».