ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ
Στη βρετανική κωμωδία «Ένα ψάρι που το έλεγαν Γουάντα», που δημιούργησε το 1988 η ομάδα των Μόντι Πάιθον, υπάρχει μια σκηνή στην οποία ο συνήγορος υπεράσπισης Τζον Κλιζ παρακολουθεί εμβρόντητος τη βασική μάρτυρα υπεράσπισης (και ταυτόχρονα ερωμένη του και ερωμένη του πελάτη του) Τζέιμι Λι Κέρτις να αλλάζει εντελώς την κατάθεσή της πάνω στο βήμα. Στην προσπάθειά του να την επαναφέρει στην ορθή γραμμή, δημιουργεί μια σειρά παρεξηγήσεων που οδηγεί σε ένα ανελέητο ξύλο μεταξύ διάφορων παραγόντων της υπεράσπισης μέσα στο δικαστήριο.
Η σκηνή ήρθε στο μυαλό όλων όσων θυμούνται την ταινία χθες το πρωί στη δικαστική αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού, όταν ο συνήγορος υπεράσπισης του Γιώργου Πατέλη Δημήτρης Γκαβέλας διέκοψε έξαλλος τον πελάτη του που απολογούνταν, αρχίζοντας να φωνάζει: «Μα επιτέλους, πες τα σωστά! Ολόκληρη τη φράση, όχι έτσι! Επιτέλους πια!». Η αμηχανία στην αίθουσα κράτησε λίγα δευτερόλεπτα, έως ότου η έδρα επαναφέρει στην τάξη τον συνήγορο υπεράσπισης ζητώντας του να αφήσει τον πελάτη του να απολογηθεί.
Θράσος, δειλία, αντιφάσεις
Η αλήθεια είναι ότι ο Γκαβέλας είχε αρκετούς λόγους να χάσει την ψυχραιμία του παρακολουθώντας τον φερόμενο ως επικεφαλής του τάγματος εφόδου της Νίκαιας και πελάτη του να απολογείται. Ο Πατέλης δεν έδινε καθόλου την εικόνα ανθρώπου που είχε μπροστά του έξι ολόκληρα χρόνια για να προετοιμάσει την απολογία του, ως ένας από τους βασικότερους κατηγορούμενους αυτής της δίκης, στα οποία είχε προσθέσει και τον ένα μήνα που μεσολάβησε από την περίφημη «λιποθυμία» του. Η παρουσία του ήταν ένα απελπιστικό μείγμα εναπομείναντος θράσους από την περίοδο που «ό,τι κινούνταν σφάζονταν», δειλίας από την τραγική θέση στην οποία έχει βρεθεί, άγνοιας των πιο στοιχειωδών κανόνων συμπεριφοράς απέναντι στο δικαστήριο, επαναλαμβανόμενων αντιφάσεων από τη μία στιγμή στην άλλη, αλλά και υπερβολικής δουλικότητας απέναντι στον πάλαι ποτέ «προϊστάμενό» του στη Χρυσή Αυγή Γιάννη Λαγό, κάτι που δεν πρέπει να ενθουσίασε τους συνηγόρους, η μεγάλη πλειονότητα των οποίων παραμένει πιστή στον Ν. Μιχαλολιάκο.
Ο Πατέλης χρησιμοποίησε τουλάχιστον τρεις φορές την απολογία του για να «ζητήσει δημόσια συγγνώμη» από τον Λαγό, επειδή, όπως είπε, τον «ενέπλεξε αυτή την ιστορία», ενώ ισχυρίστηκε ότι η κατακλείδα «εντολή Λαγού» στα μηνύματά του προς το τάγμα εφόδου, κάθε φορά που το καλούσε άμεσα να αναλάβει κάποια δράση, ήταν μια δική του ιδέα προκειμένου να ντύνει με υψηλότερη έμφαση τις δικές του παραγγελίες. Απευθείας συνεννόηση με τον προσφάτως αποχωρήσαντα αρχιμπράβο της οργάνωσης ή τρόμος μπροστά στις συνέπειες που θα είχε μια απολογία που θα τον ενοχοποιούσε; Άγνωστο. Σε κάθε περίπτωση, νωρίτερα, ο Πατέλης είχε προλάβει να πει ότι ως πυρηνάρχης της Νίκαιας «έδινε λόγο στον Λαγό», μαζί του μιλούσε κάθε μέρα και από αυτόν έπαιρνε εντολές για κάθε του πράξη.
"Δεν ξέρω, δεν είδα"
Ο Πατέλης έμεινε πιστός στη μόνιμη επωδό των ναζιστών τραμπούκων της Νίκαιας, το γνωστό ρεφρέν «δεν ξέρω - δεν είδα - δεν ήμουνα εκεί». Σύμφωνα με την εκδοχή του, τη νύχτα της 17ης προς 18 Σεπτεμβρίου 2013 εξελίσσονταν παράλληλα δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους γεγονότα. Το ένα ήταν το επεισόδιο στην καφετέρια "Κοράλι", στο οποίο δολοφονήθηκε ο Παύλος Φύσσας, και το άλλο το μοίρασμα φυλλαδίων της Χρυσής Αυγής για κάποια εκδήλωση που θα γινόταν τις επόμενες μέρες. Ο Πατέλης δεν μπορούσε να αρκεστεί στο να υποστηρίξει ότι ο ίδιος είχε γνώση και ασχολήθηκε μόνο με το δεύτερο. Ήταν επίσης αναγκασμένος να ισχυριστεί ότι ενώ και τα δύο αυτά γεγονότα είναι σε γνώση της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής, η ηγεσία της ενδιαφέρεται και κινητοποιείται εντόνως για το μοίρασμα των φυλλαδίων και όχι για τη σύλληψη ενός στελέχους της για δολοφονία. Στο σημείο αυτό, ωστόσο, δεν παραλείπει να διαψεύσει πλήρως τους ισχυρισμούς του Μιχαλολιάκου, του Κασιδιάρη και του γραφείου Τύπου της Χρυσής Αυγής, καθώς δήλωσε ρητά ότι ο Ρουπακιάς ήταν ενεργό στέλεχος του πυρήνα της Νίκαιας κι ότι αυτό ήταν σε γνώση της κεντρικής οργάνωσης.
Ήταν ωστόσο ελάχιστα πειστικός όταν διαβεβαίωσε ότι η φράση «έτσι όπως τα έκανες, βγάλ' τα πέρα μόνος σου» ήταν η μόνη που απηύθυνε προς τον Γ. Ρουπακιά κατά τα επαναλαμβανόμενα τηλεφωνήματά τους, που κράτησαν αρκετά λεπτά της ώρας. Όταν δε δήλωσε ενθουσιασμένος από τον οίστρο του, «ούτε εγώ ούτε τα παιδιά πίσω μου (σ.σ.: οι συγκατηγορούμενοί του) σκότωσαν κανέναν για να το αξίζουμε αυτό», προκάλεσε τις έντονες αποδοκιμασίες της αίθουσας και την αποχώρηση της Μάγδας Φύσσα. Τότε έσπευσε να διορθώσει: «Εκτός από τον Ρουπακιά».
Εκνευρισμός δικαστών
Εκνευρίζοντας σε πολλές περιπτώσεις την έδρα, άλλοτε αντιλαμβανόμενος την απολογία ως συνέντευξη σε ακροδεξιά φυλλάδα και άλλοτε χασκογελώντας και λέγοντας απευθυνόμενος προς την πρόεδρο «μα τι ερωτήσεις είναι αυτές τώρα;», ο Πατέλης αποχώρησε από το εδώλιο με κατεστραμμένες τις όποιες πιθανότητες είχε να βελτιώσει τη δυσμενή θέση του.
Για έναν λόγο παραπάνω: με την απολογία του χάθηκε η τελευταία ευκαιρία των κατηγορουμένων να δώσουν μια εκδοχή των γεγονότων που να αντέχει στοιχειωδώς στην κοινή λογική. Πλέον, ο καθ' ομολογία δολοφόνος του Παύλου Φύσσα Γ. Ρουπακιάς είναι υποχρεωμένος στη σημερινή του απολογία να υποστηρίξει ότι περνούσε κατά τύχη από το Κοράλι, βρήκε μπροστά του έναν άνθρωπο και τον σκότωσε ή να διαψεύσει όλο το οικοδόμημα των ισχυρισμών των συγκατηγορούμενών του. Ακόμα όμως κι αν, τηρώντας τους άγραφους νόμους της μαφίας, κάνει το πρώτο, αυτό δεν αρκεί πια για να σώσει τη ναζιστική συμμορία.