Live τώρα    
Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας / Αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας / Αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος;

Βασίλι Γκριγκόρεβιτς Περόφ, "Γεύμα σε μοναστήρι" (1865 - 1876, Ρωσικό Μουσείο, Αγία Πετρούπολη)

Άρθρο 3 του συντάγματος της Ελλάδας

1. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριον ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτήν και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ' (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.

2. Το εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε ορισμένες περιοχές του κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.

3. Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. Η επίσημη μετάφρασή του σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη.

Η θρησκευτική ελευθερία θεωρείται η ρίζα των ατομικών ελευθεριών. Αποτελεί βασική έκφραση της ελευθερίας της συνείδησης, η οποία είναι η πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Πολλάκις έχει γραφτεί ότι η ιστορία της ελευθερίας είναι η ιστορία της θρησκευτικής συνείδησης· για αυτό και η συμπεριφορά κάθε κρατικά οργανωμένης κοινωνίας απέναντι στις θρησκευτικές της κοινότητες αποτελεί τον σπουδαιότερο καθρέπτη του νομικού πολιτισμού της.

Είναι επομένως σημαντική η συνταγματική κατοχύρωση και προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας (ή ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης). Ως εκ τούτου μόνο συνταγματικοί περιορισμοί μπορούν να της τεθούν, ενώ η πρόβλεψή της αποτρέπει την ολική απορρόφηση του ατόμου από την κρατικά οργανωμένη κοινωνία υποχρεώνοντας το κράτος (και όλες τις λειτουργίες του) σε ουδετερότητα. Η κοινωνία και τα μέλη της μπορούν να θρησκεύονται, το κράτος όμως όχι!

Σύμφωνα με την ευαγγελική ρήση: «απόδοτε ουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» διαχωρίζεται η κοσμική από την πνευματική εξουσία και εδραιώνεται η ιδέα ενός ορίου της κρατικής εξουσίας. Με τη σειρά του το κράτος οφείλει να διαχωρίζει τη λειτουργία του από εκείνη της Εκκλησίας. Πρόκειται για ένα σύστημα διακριτών ρόλων (ή αλλιώς για ένα σύστημα μη ανάμειξης), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι εφικτή η συνεργασία μεταξύ κράτους και Εκκλησίας. Στην περίπτωση όμως που κατοχυρώνεται συνταγματικά η θρησκευτική ελευθερία, το κράτος δεν δικαιούται να κάνει διακρίσεις μεταξύ των πολιτών του για θρησκευτικούς λόγους παραβιάζοντας την αρχή της ίσης μεταχείρισής τους. Αναγορεύοντας, δε, μια θρησκεία ως επίσημη δεν μπορεί να φέρνει πιο κοντά τα μέλη της απομακρύνοντας τα μέλη μιας άλλης θρησκείας. Εξίσου δεν μπορεί να επιφυλάσσει προνόμια σε μια θρησκεία και να της παραχωρεί πολιτειακές αρμοδιότητες.

Ειδικά το σύνταγμα του 1975, μετά το σύνταγμα του 1925, έκανε πολλά βήματα προς την κατεύθυνση του ορθολογισμού των σχέσεων Εκκλησίας - κράτους, με πρώτο και κύριο το γεγονός ότι ξεκινά με τις διατάξεις για τη δημοκρατική μορφή του πολιτεύματος και τη λαϊκή κυριαρχία τοποθετώντας τρίτο στη σειρά το άρθρο του για τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Μαζί με αυτή τη σημαίνουσα καινοτομία ξεκίνησαν και οι συζητήσεις για την αποδέσμευση της Εκκλησίας από την Πολιτεία.

Δεδομένου ότι η Εκκλησία δεν αντλεί τη δύναμή της από την Πολιτεία και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 του συντάγματος, κάθε εξουσία του κράτους πηγάζει από τον λαό, η θρησκεία ως ζήτημα προσωπικής επιλογής και ως έκφανση της ελευθερίας οφείλει να αυτο-περιορίζεται στην ιδιωτική σφαίρα του ανθρώπου. Πολύ, δε, περισσότερο η Εκκλησία δεν δικαιούται να λαμβάνει αποφάσεις για δημόσια ζητήματα. Αντίστοιχα το κράτος δεν δικαιούται να παρεμβαίνει στην εσωτερική διάθεση του ανθρώπου καθορίζοντάς του τι θα πρέπει να πιστεύει και τι όχι.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, εκ πρώτης όψεως η διάταξη του άρθρου 3 του συντάγματος πρέπει να τροποποιηθεί ριζικά και μάλλον να καταργηθεί, λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι η θρησκευτική ελευθερία που κατοχυρώνεται και προστατεύεται με το άρθρο 13 παράγραφος 1 του συντάγματος ανήκει στον σκληρό πυρήνα των μη υποκείμενων σε αναθεώρηση συνταγματικών διατάξεων κατά το άρθρο 110 παράγραφο 1 του συντάγματος.

Καθώς ένα συνταγματικό κείμενο δεν αποτελεί επίσημη στατιστική ούτε έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα, για του λόγου το αληθές καθίσταται περιττή και επικίνδυνη (ακόμα και) μια φιλελεύθερη ερμηνεία του όρου «επικρατούσα θρησκεία» που αναφέρεται στο άρθρο 3 του συντάγματος και σημαίνει ότι η ορθόδοξος θρησκεία υποστηρίζεται από τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων. Διάταξη του συντάγματος που έχει περιγραφικό (μόνο) περιεχόμενο και ποσώς κανονιστικό χαρακτήρα, αφενός υπονομεύει και υποβαθμίζει τον δικαιοκρατικό και αυστηρό χαρακτήρα του συντάγματος, δεν προεξοφλεί όμως και τη ριζική τροποποίησή της ή/και κατάργησή της.

Ένα συνταγματικό κείμενο ως προϊόν του ανθρώπινου λόγου δεν είναι πάντα απαλλαγμένο από αντιφάσεις ή/και εντάσεις· σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη και απόλυτα συστηματοποιημένη ενότητα. Οφείλει διαρκώς να συγκεκριμενοποιείται και να ερμηνεύεται με μόνο αυθεντικό ερμηνευτή του την Αναθεωρητική Βουλή.

Σε αυτό το συνταγματικό πλαίσιο, συγκρουόμενη η διάταξη του άρθρου 13 παράγραφος 1 του συντάγματος που κατοχυρώνει και προστατεύει τη θρησκευτική ελευθερία και ανήκει στις μη αναθεωρητέες διατάξεις, με τη διάταξη του άρθρου 3 του συντάγματος που εμπεριέχει τον όρο «επικρατούσα θρησκεία», βάσει της ερμηνευτικής μεθόδου της συγκεκριμενοποίησης, καταλήγει να απαγορεύει κάθε περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας που αποβαίνει σε βάρος των μη ορθόδοξων φυσικών ή νομικών προσώπων ή ενώσεων προσώπων, όπως επίσης να απαγορεύει κάθε μέτρο θρησκευτικού χρωματισμού του κράτους.

Προς αποφυγή της εν λόγω σύγκρουσης (εν γένει) προκρίνεται η αυθεντική ερμηνεία του συντάγματος με την εισαγωγή μιας «ερμηνευτικής δήλωσης» στο άρθρο 3 του συντάγματος, κατά το πρότυπο της «ερμηνευτικής δήλωσης» στο (επόμενο) άρθρο 4 του συντάγματος, χωρίς να χρειάζεται να τροποποιηθεί η ίδια η διάταξη του άρθρου 3 του Συντάγματος από την οποία, ως γνωστόν, προκύπτει η αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδας. Κατά αυτό τον τρόπο δεν δημιουργούνται επίσης προβλήματα ως προς το μέρος εκείνο της διάταξης που αφορά στην εκκλησιολογική και κανονιστική σχέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Εκκλησία της Ελλάδας, αλλά και τα ειδικά εκκλησιαστικά καθεστώτα της Κρήτης, της Δωδεκανήσου και των λεγόμενων Νέων Χωρών. Εξάλλου υπό το καθεστώς μιας «ερμηνευτικής δήλωσης» δεν χρήζουν τροποποίησης: η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του συντάγματος για την επίσημη μετάφραση της Αγίας Γραφής, η παράγραφος 8 του άρθρου 18 του συντάγματος για την αναπαλλοτρίωτη ιδιοκτησία των Πατριαρχικών Μονών στην Ελλάδα και οι διατάξεις των άρθρων 105 για το Άγιο Όρος.

* Ο Γεράσιμος Θεοδόσης είναι συνταγματολόγος - συγγραφέας

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0