Live τώρα    
Η κόκκινη στοίβα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η κόκκινη στοίβα

Το διακύβευμα όσων ακολουθούν είναι η σχέση μεταξύ «αλγορίθμων» και «κεφαλαίου», δηλαδή ο ολοένα και πιο κρίσιμος ρόλος των αλγορίθμων «σε οργανωτικές πρακτικές οι οποίες προκύπτουν από την κεντρική θέση των τεχνολογιών επικοινωνίας και πληροφοριών που επεκτείνεται στα πάντα, από την παραγωγή ώς την κυκλοφορία, από τα βιομηχανικά logistics ώς την οικονομική κερδοσκοπία, από την πολεοδομία και τον σχεδιασμό ώς την κοινωνική επικοινωνία». Παραλλήλως, αυτές οι φαινομενικά απόκρυφες μαθηματικές δομές έχουν γίνει μέρος της καθημερινής ζωής των χρηστών των σύγχρονων ψηφιακών και δικτυακών μέσων. Οι περισσότεροι χρήστες του Διαδικτύου καθημερινά διασυνδέονται με ή υποβάλλονται στις εξουσίες αλγορίθμων όπως ο Pagerank της Google (ο οποίος ταξινομεί τα αποτελέσματα των αναζητήσεών μας) ή ο Facebook Edgerank (που αποφασίζει αυτόματα με ποια σειρά θα πρέπει να λάβουμε τα νέα στο timeline μας), για να μη μιλήσουμε για πολλούς άλλους, λιγότερο γνωστούς αλγορίθμους (Appinions, Klout, Hummingbird, PKC, Perlin Noise, Cinematch, KDP Select και πολλoί άλλοι), οι οποίοι διαμορφώνουν τη σχέση μας με τα δεδομένα, με τις ψηφιακές συσκευές αλλά και μεταξύ μας.

Η εκτεταμένη παρουσία των αλγορίθμων στην καθημερινότητα του ψηφιακού πολιτισμού, όμως, αποτελεί μόνο μία από τις εκφάνσεις της διεισδυτικότητας των υπολογιστικών τεχνικών, καθώς αυτές ολοένα και συνεκτείνονται με διαδικασίες παραγωγής, κατανάλωσης και διανομής, εμφανιζόμενες στην επιμελητεία, τη χρηματοοικονομική, την αρχιτεκτονική, την ιατρική, την πολεοδομία, τα infographics, τη διαφήμιση, τις γνωριμίες (dating), τα τυχερά παιχνίδια, τις εκδόσεις και όλα τα είδη δημιουργικότητας (μουσική, γραφιστικά, χορός κ.λπ.).

Ως πολιτικό πρόβλημα, η «σκηνή» της συνάντησης μεταξύ «αλγορίθμων» και «κεφαλαίου» επικαλείται τη δυνατότητα ρήξης με το ξόρκι του «καπιταλιστικού ρεαλισμού», δηλαδή ρήξης με την ιδέα ότι ο καπιταλισμός αποτελεί τη μόνη δυνατή οικονομία και ότι οι νέοι τρόποι οργάνωσης της παραγωγής και της διανομής του πλούτου πρέπει να αξιοποιούν τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις. Πηγαίνοντας πέρα από την αντίθεση μεταξύ κράτους και αγοράς, δημόσιου και ιδιωτικού, η έννοια του συλλογικού πλούτου1 (commons) χρησιμοποιείται εδώ ως τρόπος για την υποκίνηση της σκέψης και της πρακτικής ενός μετα-καπιταλιστικού τρόπου ύπαρξης για τα δικτυωμένα ψηφιακά μέσα.


Αλγόριθμοι, κεφάλαιο και αυτοματισμός

Για να προσεγγίσουμε τους αλγορίθμους από την προοπτική της επιδίωξης να συγκροτηθεί ένας νέου πολιτικός ορθολογισμός γύρω από την έννοια των «κοινών» θα πρέπει να κατανοήσουμε τους τρόπους με τους οποίους οι αλγόριθμοι εμπλέκονται βαθύτατα στην αλλαγή της φύσης της αυτοματοποίησης. Η αυτοματοποίηση περιγράφεται από τον Μαρξ ως διαδικασία απορρόφησης, μέσα στη μηχανή, των «γενικών παραγωγικών δυνάμεων του κοινωνικού εγκεφάλου», όπως «η γνώση και οι δεξιότητες», οι οποίες ως εκ τούτου εμφανίζονται ως χαρακτηριστικό του κεφαλαίου και όχι ως προϊόν της κοινωνικής εργασίας. Εξετάζοντας την ιστορία της εμπλοκής του κεφαλαίου και της τεχνολογίας, είναι σαφές πώς ο αυτοματισμός έχει εξελιχθεί πέρα από το θερμομηχανικό μοντέλο της πρώιμης βιομηχανικής γραμμής συναρμολόγησης, προς τα ηλεκτρο-υπολογιστικά διεσπαρμένα δίκτυα του σύγχρονου καπιταλισμού. Ως εκ τούτου, είναι δυνατόν να αναγνωστούν οι αλγόριθμοι ως μέρος μιας γενεαλογικής γραμμής που, όπως το έθεσε ο Μαρξ στο «Απόσπασμα για τις Μηχανές», ξεκινώντας με την υιοθέτηση της τεχνολογίας από τον καπιταλισμό ως πάγιου ενεργητικού την ωθεί μέσα από διάφορες μεταμορφώσεις, «αποκορύφωμα των οποίων είναι η μηχανή, ή μάλλον ένα αυτόματο σύστημα μηχανημάτων ... που τίθενται σε κίνηση από ένα αυτόματο, μια κινητήρια δύναμη που κινεί τον εαυτό της». Το βιομηχανικό αυτόματο ήταν σαφώς θερμοδυναμικό και έδωσε αφορμή για ένα σύστημα «που αποτελείται από πολλά μηχανικά και πνευματικά όργανα, έτσι ώστε οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να απαξιώνονται ως απλώς συνειδητές διασυνδέσεις του». Το ψηφιακό αυτόματο, ωστόσο, είναι ηλεκτρο-υπολογιστικό, βάζει «την ψυχή να δουλέψει», περιλαμβάνοντας κυρίως το νευρικό σύστημα και τον εγκέφαλο, και αποτελείται από «τις δυνατότητες της εικονοποίησης, της προσομοίωσης, της αφαίρεσης, της ανατροφοδότησης και των αυτόνομων διαδικασιών». Το ψηφιακό αυτόματο αναπτύσσεται σε δίκτυα που αποτελούνται από ηλεκτρονικές και νευρικές συνδέσεις, έτσι ώστε οι ίδιοι οι χρήστες απεικονίζονται ως οιονεί αυτόματοι αναμεταδότες μιας αδιάκοπης ροής πληροφοριών. Σε αυτό το ευρύτερο συνάθροισμα, λοιπόν, σε αυτό το διευρυμένο πεδίο είναι που πρέπει να τοποθετηθούν οι αλγόριθμοι κατά τη συζήτηση των νέων τρόπων αυτοματισμού.

Αναφερόμενος σε ένα βιβλίο της επιστήμης των υπολογιστών, ο Andrew Goffey περιγράφει τους αλγορίθμους ως την «ενοποιητική ιδέα για όλες τις δραστηριότητες που ασκούν οι επιστήμονες ηλεκτρονικών υπολογιστών... και τη θεμελιώδη οντότητα με την οποία οι επιστήμονες υπολογιστών λειτουργούν». Ο αλγόριθμος μπορεί να οριστεί προσωρινά ως η «περιγραφή της μεθόδου με την οποία μια εργασία πρέπει να ολοκληρωθεί» μέσω μιας σειράς βημάτων ή οδηγιών, ενός συνόλου οροθετημένων βημάτων που λειτουργούν πάνω σε δεδομένα και υπολογιστικές δομές. Ως εκ τούτου, o αλγόριθμος είναι αφηρημένη έννοια, «έχει αυτόνομη ύπαρξη, ανεξάρτητη από αυτό που οι επιστήμονες των υπολογιστών αρέσκονται να αποκαλούν “λεπτομέρειες υλοποίησης”, δηλαδή, την ενσωμάτωσή του σε συγκεκριμένη γλώσσα προγραμματισμού για συγκεκριμένη αρχιτεκτονική μηχανής». Μπορεί να ποικίλλουν σε πολυπλοκότητα, από το πιο απλό σύνολο κανόνων που περιγράφονται σε φυσική γλώσσα (όπως αυτά που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία συντονισμένων μοτίβων κίνησης σε smart mobs) μέχρι τις πιο σύνθετες μαθηματικές φόρμουλες που αφορούν όλα τα είδη των μεταβλητών (όπως στον περίφημο αλγόριθμο Μόντε Κάρλο που επινοήθηκε αρχικά για την επίλυση προβλημάτων στην πυρηνική φυσική και αργότερα εφαρμόστηκε επίσης στις χρηματιστηριακές αγορές και τώρα στη μελέτη των μη γραμμικών διαδικασιών τεχνολογικής διάχυσης). Ταυτόχρονα, προκειμένου να λειτουργούν, οι αλγόριθμοι πρέπει να ενυπάρχουν ως μέρη συναθροισμάτων που περιλαμβάνουν υλικό (hardware), δεδομένα, δομές δεδομένων (όπως λίστες, βάσεις δεδομένων, μνήμη κ.λπ.), καθώς και τις συμπεριφορές και τις ενέργειες σωμάτων. Για να γίνει ένας αλγόριθμος κοινωνικό λογισμικό, στην πραγματικότητα, «θα πρέπει να κερδίσει την εξουσία του ως κοινωνικό ή πολιτιστικό τεχνούργημα και διαδικασία, μέσω μιας ολοένα και μεγαλύτερης προσαρμογής σε συμπεριφορές και σώματα που υφίστανται και δρουν εκτός αυτού».

Επιπλέον, καθώς οι σύγχρονοι αλγόριθμοι εκτίθενται αυξητικά σε όλο και μεγαλύτερες ομάδες δεδομένων (και γενικά στην αυξανόμενη εντροπία στη ροή των δεδομένων, επίσης γνωστή ως Big Data), γίνονται, σύμφωνα με την Luciana Parisi, κάτι περισσότερο από απλά σύνολα οδηγιών που πρέπει να εκτελεστούν: «άπειρες ποσότητες πληροφορίας παρεμβάλλονται και αναπρογραμματίζουν τις αλγοριθμικές διαδικασίες ... και τα δεδομένα παράγουν αλλότριους κανόνες». Είναι σαφές από αυτή τη σύντομη αναφορά, λοιπόν, ότι οι αλγόριθμοι ούτε ομοιογενές σύνολο τεχνικών είναι ούτε εγγυώνται την «αλάθητη εκτέλεση αυτόματης διαταγής και ελέγχου». Από την προοπτική τού καπιταλισμού, όμως, οι αλγόριθμοι είναι κυρίως μια μορφή «πάγιου ενεργητικού», δηλαδή είναι, απλώς, μέσα παραγωγής. Κωδικοποιούν μια ορισμένη ποσότητα της κοινωνικής γνώσης (που αντλείται από αυτήν που έχει εκπονηθεί από μαθηματικούς, προγραμματιστές, αλλά και τις δραστηριότητες των χρηστών), δεν είναι όμως πολύτιμοι αυτοί καθαυτοί. Στη σημερινή οικονομία, είναι πολύτιμοι μόνο στον βαθμό που επιτρέπουν τη μετατροπή των εν λόγω γνώσεων σε ανταλλακτική αξία (νομισματοποίηση) και την (εκθετικά αυξανόμενη) συσσώρευσή της (τα τιτανικά οιονεί μονοπώλια του κοινωνικού Διαδικτύου). Στον βαθμό που συνιστούν πάγιο ενεργητικό, αλγόριθμοι όπως οι PageRank της Google και Edgerank του Facebook εμφανίζονται «ως προϋπόθεση απέναντι στην οποία η ικανότητα παραγωγής αξίας του εργατικού δυναμικού του ατόμου συνιστά μια απειροελάχιστη, υπό εξαφάνισιν ποσότητα». Και αυτός είναι ο λόγος που τα αιτήματα για αποζημιώσεις σε ατομικό επίπεδο στους χρήστες για την «ελεύθερη εργασία» τους είναι άστοχα. Είναι σαφές ότι, κατά τον Μαρξ, αυτό που πρέπει να αποζημιωθεί δεν είναι η ατομική εργασία του χρήστη, αλλά οι πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις της κοινωνικής συνεργασίας που εξαπολύονται με αυτόν τον τρόπο, και ότι η αποζημίωση αυτή συνεπάγεται μια βαθιά μεταμόρφωση της λαβής την οποία η κοινωνική σχέση που ονομάζουμε καπιταλιστική οικονομία έχει εφαρμόσει στην κοινωνία.

Για το κεφάλαιο, συνεπώς, οι αλγόριθμοι συνιστούν μόνο πάγιο ενεργητικό, μέσα παραγωγής που έχουν οριστικοποιηθεί για να επιτευχθεί η οικονομική απόδοση. Αλλά, όπως όλες οι τεχνολογίες και τεχνικές, έτσι και αυτό δεν είναι τίποτε παραπάνω. Ο Μαρξ αναφέρει ρητά ότι, ακόμα και όταν το κεφάλαιο ιδιοποιείται την τεχνολογία ως την πιο αποτελεσματική μορφή της υπαγωγής της εργασίας στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου, δεν σημαίνει ότι είναι το μόνο που μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτήν. Η ύπαρξή της ως μηχανής, επιμένει, δεν είναι «πανομοιότυπη με την ύπαρξή της ως κεφαλαίου... και ως εκ τούτου δεν έπεται ότι η υπαγωγή στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου είναι η πλέον κατάλληλη και απώτατη κοινωνική σχέση παραγωγής για την εφαρμογή των μηχανών». Έχει ουσία λοιπόν να θυμόμαστε ότι η οργανική αξία που οι αλγόριθμοι έχουν για το κεφάλαιο δεν εξαντλεί την «αξία» της τεχνολογίας γενικά και των αλγορίθμων ειδικότερα – δηλαδή την ικανότητά τους να εκφράζουν όχι απλώς «αξία χρήσης», όπως το έθεσε ο Μαρξ, αλλά επίσης, αισθητικές, υπαρξιακές, κοινωνικές και ηθικές αξίες. Μήπως δεν ήταν αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη του κεφαλαίου για την αναγωγή τής ανάπτυξης λογισμικού στην ανταλλακτική του αξία, περιθωριοποιώντας έτσι τις αισθητικές και ηθικές αξίες της δημιουργίας λογισμικού, που ώθησε τον Richard Stallman και αμέτρητους άλλους hackers και μηχανικούς προς το Κίνημα του Ελεύθερου και Ανοιχτού Κώδικα; Ο ενθουσιασμός που ζωντανεύει τις χάκερ-συναντήσεις και τους χάκερ-χώρους δεν τροφοδοτείται από την ενέργεια που ελευθερώνεται από τα δεσμά της «εργασίας» σε μια εταιρεία προκειμένου να παραμείνει κανείς πιστός στην ατομική αισθητική και την ηθική στον προγραμματισμό;

Σε αντίθεση με κάποιες παραλλαγές μαρξισμού που τείνουν να προσδιορίσουν την τεχνολογία πλήρως ως «νεκρή εργασία» ή «πάγιο κεφαλαίο» ή «εργαλειακή ορθολογικότητα», και ως εκ τούτου με τον έλεγχο και τη σύλληψη, φαίνεται σημαντικό να θυμόμαστε πως, για τον Μαρξ, η εξέλιξη των μηχανημάτων κατηγοριοποιεί το επίπεδο ανάπτυξης παραγωγικών δυνάμεων οι οποίες έχουν εξαπολυθεί από την καπιταλιστική οικονομία, αλλά ποτέ δεν εμπεριέχονται εντελώς σ’ αυτήν. Αυτό που ενδιαφέρει τον Μαρξ (και ό,τι καθιστά το έργο του κομβικό για όσους αγωνίζονται για έναν μετα-καπιταλιστικό τρόπο ύπαρξης) είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η τάση του κεφαλαίου να επενδύει στην τεχνολογία που αυτοματοποιεί και ως εκ τούτου στη μείωση του κόστους εργασίας στο ελάχιστο, δυνητικά απελευθερώνει ένα «πλεόνασμα» χρόνου και ενέργειας (εργασίας) ή περίσσεια παραγωγική ικανότητα σε σχέση με τη βασική, σημαντική και απαραίτητη εργασία της αναπαραγωγής (μια παγκόσμια οικονομία, για παράδειγμα, πρέπει πρώτα απ' όλα να παράγει αρκετό πλούτο για κάθε μονάδα ενός πλανητικού πληθυσμού ώστε να τρέφεται και να ντύνεται επαρκώς, να έχει φαρμακευτική περίθαλψη και να καλύπτονται εξίσου τα τυχόν προστατευόμενα μέλη της). Ωστόσο, αυτό που χαρακτηρίζει μια καπιταλιστική οικονομία είναι ότι αυτό το πλεόνασμα του χρόνου και της ενέργειας δεν αποδεσμεύεται απλώς αλλά πρέπει να απορροφάται συνεχώς στον κύκλο της παραγωγής της ανταλλακτικής αξίας, οδηγώντας στην αύξηση της συσσώρευσης του πλούτου από τους λίγους (τον συλλογικό καπιταλιστή) σε βάρος των πολλών (του πλήθους).

Ο αυτοματισμός, συνεπώς, από τη μεριά του κεφαλαίου πρέπει πάντα να εξισορροπείται με νέους τρόπους ελέγχου, απορρόφησης και εξάντλησης του χρόνου και της ενέργειας που έχει απελευθερώσει. Θα πρέπει να παράγει τη φτώχεια και το άγχος, εκεί που έπρεπε να υπάρχει πλούτος και διασκέδαση. Θα πρέπει να είναι το μέτρο της αξίας της άμεσης εργασίας, ακόμη και όταν είναι προφανές ότι η επιστήμη, η τεχνολογία και η κοινωνική συνεργασία αποτελούν την πηγή του πλούτου που παράγεται. Με αυτόν τον τρόπο, ο αυτοματισμός, από τη σκοπιά του κεφαλαίου, αναπόφευκτα οδηγεί στην περιοδική και εκτεταμένη καταστροφή αυτού του συσσωρευμένου πλούτου, με τη μορφή της ψυχικής εξουθένωσης, της περιβαλλοντικής καταστροφής και της φυσικής καταστροφής του πλούτου μέσω του πολέμου. Δημιουργεί «πείνα» εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει αίσθημα κορεσμού, τοποθετεί τράπεζες τροφίμων δίπλα στη χλιδή των υπερ-πλουσίων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η έννοια ενός μετακαπιταλιστικού τρόπου ύπαρξης πρέπει να γίνει πιστευτή, με άλλα λόγια να γίνει ό,τι ο Maurizio Lazzarato περιγράφει ως «διαρκή αυτόνομη εστίαση της υποκειμενοποίησης». Αυτό που εν τοιαύτη περιπτώσει συνιστά έναν μετα-καπιταλιστικό «κομμουνισμό» μπορεί να επιδιώξει όχι μόνο μια καλύτερη κατανομή του πλούτου σε σύγκριση με το μη βιώσιμο αυτού που έχουμε σήμερα, αλλά και μια εκ νέου διεκδίκηση του «διαθέσιμου χρόνου», δηλαδή του χρόνου και της ενέργειας που ελευθερώνονται από την εργασία και πρέπει να επενδυθούν στην ανάπτυξη περιπλέκοντας την ίδια την έννοια τού τι είναι «αναγκαίο». Η ιστορία του καπιταλισμού έχει δείξει ότι η αυτοματοποίηση καθ’ εαυτήν δεν έχει μειώσει την ποσότητα και την ένταση της εργασίας που απαιτείται από τους διαχειριστές και τους καπιταλιστές. Αντιθέτως, στον βαθμό που η τεχνολογία είναι μόνο ένα μέσο παραγωγής για το κεφάλαιο, όπου μπορούσε να αναπτύξει άλλα μέσα δεν έχει καινοτομήσει. Για παράδειγμα, βιομηχανικές τεχνολογίες αυτοματισμού στο εργοστάσιο δεν φαίνεται να έχουν έλθει προσφάτως σε επαφή με σημαντικές τεχνολογικές καινοτομίες. Η βιομηχανική εργασία σήμερα εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο βαθμό χειρωνακτική, αυτοματοποιημένη μόνο με την έννοια ότι εξαρτάται από την ταχύτητα της πρωτοτυποποίησης του μάρκετινγκ και της διανομής ηλεκτρονικών δικτύων και καθίσταται οικονομικά βιώσιμη μόνο με πολιτικά μέσα, την αξιοποίηση γεωπολιτικών είτε οικονομικών διαφορών (arbitrage) σε παγκόσμια κλίμακα και τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών μέσω των νέων τεχνολογιών των συνόρων. Στις περισσότερες βιομηχανίες σήμερα τα πράγματα έχoυν ως εξής: η εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης παράγει μιαν ελλιπή λειτουργία της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης, η οποία βλάπτει το σώμα, την υποκειμενικότητα, τις κοινωνικές σχέσεις και το περιβάλλον. Όπως το έθεσε ο Μαρξ, ο διαθέσιμος χρόνος που απελευθερώνεται από την αυτοματοποίηση θα πρέπει να επιτρέπει μιαν αλλαγή στην ίδια την ουσία του «ανθρώπινου», έτσι ώστε η νέα υποκειμενικότητα να μπορεί να επιστρέψει στο να αποδίδει την αναγκαία εργασία με τέτοιο τρόπο ώστε να επαναπροσδιορίσουμε τι είναι αναγκαίο και τι χρειαζούμενο. Δεν πρόκειται συνεπώς για «επιστροφή» σε απλούστερες εποχές, αλλά αντιθέτως για την αναγνώριση ότι η καλλιέργεια τροφής και η διατροφή του υπερπληθυσμού, η παροχή σπιτιών και κατάλληλης στέγης, η μάθηση και η έρευνα, η φροντίδα για τα παιδιά, τους αρρώστους και τους ηλικιωμένους απαιτεί την κινητοποίηση κοινωνικής ευρεσιτεχνίας και συνεργασίας. Η όλη διαδικασία μετατρέπεται έτσι από διαδικασία όπου οι πολλοί παράγουν για τους λίγους οδηγούμενοι στην εξαθλίωση και το άγχος σε διαδικασία στην οποία οι πολλοί επαναπροσδιορίζουν την έννοια τού τι είναι απαραίτητο και πολύτιμο, ενώ εφευρίσκουν νέους τρόπους για την επίτευξή του. Αυτό αντιστοιχεί, κατά μία έννοια, στη διαδρομή προς την ιδέα τού κοινού τόπου («common fare»), όπως διαμορφώθηκε πρόσφατα από τους Andrea Fumagalli και Carlo Vercellone, υπονοώντας, σύμφωνα με τα λόγια του τελευταίου, «την κοινωνικοποίηση των επενδύσεων και του χρήματος και των ζητημάτων που αφορούν τους τρόπους διαχείρισης και οργάνωσης με στόχο μια αυθεντική δημοκρατική επανοικειοποίηση των θεσμικών οργάνων της πρόνοιας, καθώς και την οικολογική αναδιάρθρωση των συστημάτων παραγωγής». Πρέπει να αναρωτηθούμε τότε όχι μόνο πώς ο αλγοριθμικός αυτοματισμός λειτουργεί σήμερα (κυρίως όσον αφορά τον έλεγχο και τη δημιουργία εσόδων καθώς και την τροφοδότηση της οικονομίας του χρέους) αλλά και τι είδους χρόνο και ενέργεια υποτάσσει και πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει εάν τον υιοθετούσαν διαφορετικές κοινωνικοπολιτικές συναθροίσεις – αυτόνομες συναθροίσεις, οι οποίες δεν εντάσσονται ή υπόκεινται στην καπιταλιστική απαίτηση για συσσώρευση και εκμετάλλευση.

Η κόκκινη στοίβα: εικονικά χρήματα, τα κοινωνικά δίκτυα, βιο-υπερΜέσα Σε μια πρόσφατη παρέμβαση, ο θεωρητικός των Μέσων και της πολιτικής Benjamin H. Bratton υποστήριξε ότι είμαστε μάρτυρες της ανάδυσης ενός νέου νόμου επί της γης, στον οποίο παλαιότερες γεωπολιτικές διαιρέσεις, που συνδέονται με κυρίαρχες εδαφικές εξουσίες, τέμνουν τους νέους νόμους του Διαδικτύου και των νέων μορφών της κυριαρχίας που εκτείνονται στο ηλεκτρονικό πεδίο. Αυτός ο νέος, ετερογενής νόμος περιλαμβάνει εθνικές κυβερνήσεις οι οποίες επικαλύπτονται (Κίνα, Ηνωμένες Πολιτείες, Ευρωπαϊκή Ένωση, Βραζιλία, Αίγυπτος), διεθνείς φορείς (το ΔΝΤ, τον ΠΟΕ, τις ευρωπαϊκές τράπεζες και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις διαφόρων τύπων) και εταιρείες όπως η Google, το Facebook, η Apple, η Amazon κ.λπ, οι οποίες και παράγουν διαφοροποιημένα πρότυπα αμοιβαίας κατανόησης, που χαρακτηρίζουν στιγμές σύγκρουσης. Αντλώντας από την οργανωτική δομή των δικτύων υπολογιστών ή «το μοντέλο του δικτύου OSI, στο οποίο το TCP, καθώς και η στοίβα IP και το ίδιο το παγκόσμιο Διαδίκτυο έμμεσα βασίζεται», ο Bratton ανέπτυξε την έννοια της «στοίβας» (stack) με σκοπό τον καθορισμό των χαρακτηριστικών του πιθανού νέου νόμου επί της γης, ο οποίος συνδέει την τεχνολογία, τη φύση και το ανθρώπινο. Η έννοια της στοίβας στηρίζει και διαμορφώνει ένα είδος «κοινωνικής κυβερνητικής» που είναι σε θέση «να συνθέσει τόσο την ισορροπία όσο και την εμφάνιση». Ως «γιγαντοδομή», η στοίβα συνεπάγεται μια «συμβολή διαλειτουργικών προτύπων που βασίζονται σε πολύπλοκα συστήματα υλικής ενημέρωσης των συστημάτων, που οργανώνονται σύμφωνα με μια κάθετη τομή, ένα τοπογραφικό μοντέλο των στρωμάτων και των πρωτοκόλλων... Αποτελείται εξίσου από κοινωνικά, ανθρώπινα και “αναλογικά” στρώματα (χθόνιες πηγές ενέργειας, χειρονομίες, επιρροές του χρήστη, διασυνδέσεις, συστήματα επαφής, πόλεις και δρόμους, δωμάτια και κτήρια, οργανικούς και ανόργανους φακέλους) και ενημερωτικά, μη-ανθρώπινα υπολογιστικά και “ψηφιακά” στρώματα (καλώδια πολλαπλών οπτικών ινών, κέντρα δεδομένων, βάσεις δεδομένων, πρότυπα δεδομένων και πρωτοκόλλων, δίκτυα αστικής κλίμακας, ενσωματωμένα συστήματα, καθολικούς πίνακες αντιμετώπισης)». Σε αυτή την ενότητα, αντλώντας από τον Bratton, θα ήθελα να προτείνω την έννοια «της κόκκινης στοίβας», δηλαδή ενός νέου νόμου για το μετακαπιταλιστικό κοινό. Η υλοποίηση της «κόκκινης στοίβας» περιλαμβάνει την εμπλοκή με (τουλάχιστον) τρία επίπεδα κοινωνικο-τεχνικής καινοτομίας: το εικονικό χρήμα, τα κοινωνικά δίκτυα και τα βιο-υπερΜέσα. Αυτά τα τρία επίπεδα, αν και «στοιβάζονται», δηλαδή υπάρχουν σε στρώσεις, πρέπει να κατανοούνται συγχρόνως ως αλληλεπιδρώντα εγκαρσίως και με μη γραμμικό τρόπο. Αποτελούν τρόπο σκέψης για μια υποδομή αυτονομοποίησης, η οποία συνδέει μαζί της τεχνολογία και υποκειμενοποίηση.

Eικονικό χρήμα Η σύγχρονη οικονομία, όπως έχει υποστηρίξει μεταξύ άλλων ο Christian Marazzi, βασίζεται σε μια μορφή του χρήματος η οποία έχει μετατραπεί σε σειρά «σημείων», χωρίς κάποιο σταθερό αντικείμενο αναφοράς (όπως π.χ. ο χρυσός) να εδραιώνει την αξία τους, και εξαρτάται ρητά από την υπολογιστική αυτοματοποίηση μοντέλων προσομοίωσης, καθώς και τα μέσα -κυρίως οθόνες- τα οποία ενσωματώνουν αυτοματοποιημένες αναπαραστάσεις δεδομένων (ευρετήρια, γραφικά κ.λπ.) και αλγοριθμικών συναλλαγών (bot-to-bot συναλλαγές) ως τον αναδυόμενο τρόπο αυτοματοποίησης. Όπως το θέτει και ο Toni Negri, «το χρήμα σήμερα, ως αφηρημένη μηχανή, έχει αναλάβει την ιδιότυπη λειτουργία ενός ανωτάτου μέτρου αξιών, που αντλούνται από την κοινωνία με στόχο την πραγματική υπαγωγή τους στο πλαίσιο του κεφαλαίου». Από τη στιγμή που η ιδιοκτησία και ο έλεγχος του χρηματικού κεφαλαίου (διαφορετικά, όπως μας θυμίζει ο Maurizio Lazzarato, από αμοιβή για την εργασία, υπό την ιδιότητά του να χρησιμοποιηθεί όχι μόνο ως μέσο ανταλλαγής αλλά και ως μέσο για την επενδυτική ενδυνάμωση ορισμένων συμβολαίων μελλοντικής εκτέλεσης σε σχέση με άλλα) είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να μείνουν οι πληθυσμοί συνδεδεμένοι με τις τρέχουσες σχέσεις εξουσίας, πώς μπορούμε να μετατρέψουμε το χρήμα σε χρήμα του κοινού; Το πείραμα του Bitcoin αποδεικνύει ότι κατά κάποιο τρόπο «το ταμπού για το χρήμα έχει σπάσει». Και ότι, πέρα ​​από τα όρια αυτής της εμπειρίας, διακλαδώσεις έχουν ήδη αναπτυχθεί προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Τι είδους σχέση μπορεί να δημιουργηθεί μεταξύ των αλγορίθμων δημιουργίας χρήματος και της «πρακτικής η οποία επιβεβαιώνει άλλα κριτήρια για τη μέτρηση του πλούτου, προκειμένου να αξιοποιηθούν νέες και παλιές συλλογικές ανάγκες έξω από τη λογική της χρηματοδότησης»; Οι τρέχουσες προσπάθειες για την ανάπτυξη νέων ειδών κρυπτονομισμάτων πρέπει να κριθούν, να αποτιμηθούν και να επανεξεταστούν με βάση το απλό ερώτημα που θέτει η Andrea Fumagalli: Περιορίζεται το νόμισμα που δημιουργήθηκε μόνο στο να είναι μέσο ανταλλαγής ή μπορεί να επηρεάσει και το σύνολο του κύκλου της δημιουργίας χρήματος - από τη χρηματοδότηση ώς την ανταλλαγή; Επιτρέπουν την κερδοσκοπία και την αποθησαύριση ή μήπως την προώθηση επενδύσεων σε μετακαπιταλιστικά έργα, τη διευκόλυνση, την απελευθέρωση από την εκμετάλλευση, την αυτονομία της οργάνωσης κ.λπ.; Αυτό που γίνεται ολοένα και πιο σαφές είναι ότι οι αλγόριθμοι είναι ουσιαστικό μέρος της διαδικασίας της δημιουργίας χρήματος του κοινού αλλά και ότι οι αλγόριθμοι έχουν πολιτική. (Ποιες είναι οι έμφυλες πολιτικές των επιμέρους «εξορύξεων», για παράδειγμα, και της πολύπλοκης τεχνικής γνώσης των μηχανημάτων που έχουν σχέση με την bitcoin [ψηφιακή συναλλαγή, δίχως κεντρική τράπεζα] εξόρυξη;) Επιπλέον, η φιλοδοξία να αυτοματοποιηθεί πλήρως η παραγωγή χρήματος, προκειμένου να ξεφύγουμε από τις πλάνες των υποκειμενικών παραγόντων και των κοινωνικών σχέσεων που μπορούν να προκαλέσουν αυτές, μπορεί να γίνει μπούμερανγκ, επιστρέφοντας με τη μορφή κερδοσκοπικών συναλλαγών. Με τον ίδιο τρόπο που το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με ένα ορισμένο είδος υποκειμενικότητας (το «οικονομικό αρπακτικό», που διηγείται το Χόλιγουντ), μια αυτονομημένη μορφή του χρήματος κατευθύνεται προς την παραγωγή μιας νέας υποκειμενικότητας, η οποία δεν περιορίζεται στο ότι χακάρει το χρηματοπιστωτικό· ταυτόχρονα προσανατολίζεται όχι προς το χρήμα και τη συσσώρευση αλλά προς την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνεργασίας. Άλλες ερωτήσεις που αφορούν τον σχεδιασμό χρήματος για το κοινό θα μπορούσε να είναι οι εξής: Είναι πραγματικά δυνατόν να αξιοποιήσει κανείς την τρέχουσα χρηματιστικοποίηση του Διαδικτύου που προωθούν εταιρείες όπως η Google (με το Adsense της / του προγράμματος Adword) για να πάρει χρήμα από το κύκλωμα της καπιταλιστικής συσσώρευσης και να το μετατρέψει σε χρήμα που θα χρηματοδοτήσει νέες μορφές common fare (εκπαίδευση, έρευνα, υγεία, περιβάλλον κ.λπ.); Ποια είναι τα διδάγματα που πρέπει να αντληθούν από μοντέλα crowdfunding και τα όριά τους στον τρόπο σκέψης σχετικά με τις νέες μορφές χρηματοδότησης των αυτόνομων προγραμμάτων κοινωνικής συνεργασίας; Πώς μπορούμε να τελειοποιήσουμε και να επεκτείνουμε πειραματισμούς όπως αυτοί που έγιναν στο Inter-Occupy κίνημα κατά τη διάρκεια του τυφώνα Κατρίνα με το να μετατρέψουμε κοινωνικά δίκτυα σε δίκτυα crowdfunding, τα οποία μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν ως κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή ώστε να κινήσουν όχι μόνο πληροφορίες αλλά και φυσικά αγαθά;
 

Κοινωνικά δίκτυα Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών, τα ψηφιακά Μέσα έχουν υποστεί μια διαδικασία εξέλιξής τους σε κοινωνικά Μέσα, η οποία εισήγαγε πραγματική καινοτομία σε σχέση με τις προηγούμενες μορφές κοινωνικού λογισμικού (λίστες, φόρουμ, τομείς πολλαπλών χρηστών κ.λπ). Αν οι λίστες, για παράδειγμα, άντλησαν από την επικοινωνιακή γλώσσα αποστολής και λήψης, οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης και η διάχυση ιδιωτικών κοινωνικών plug-ins έχουν μετατρέψει την ίδια την κοινωνική σχέση σε περιεχόμενο, στο περιεχόμενο των νέων υπολογιστικών διαδικασιών. Κατά την αποστολή και τη λήψη μηνυμάτων μπορούμε να πούμε ότι οι αλγόριθμοι λειτουργούσαν εκτός κοινωνικών σχέσεων, στον χώρο της μεταφοράς και της διανομής των μηνυμάτων, αλλά τα λογισμικά των κοινωνικών δικτύων εγγράφονται στην κοινωνική σχέση. Μάλιστα, οι ψηφιακές τεχνολογίες και τα κοινωνικά δίκτυα διείσδυσαν στην κοινωνική σχέση καθ’ εαυτήν, μετατρέποντάς την σε διακριτό αντικείμενο, εισάγοντας μια νέα, συμπληρωματική σχέση. Αν, από κοινού με τον Gabriel Tarde και τον Michel Foucault, κατανοούμε την κοινωνική σχέση ως ασύμμετρη σχέση, με τη συμμετοχή τουλάχιστον δύο πόλων (ενός πομπού και ενός δέκτη), χαρακτηρισμένη από έναν ορισμένο βαθμό ελευθερίας, μπορούμε να σκεφτούμε πράξεις όπως να κάνουμε και να μας κάνουν like, τη γραφή και την ανάγνωση, το να μας κοιτάνε και να κοιτάμε, το να βάζουμε ετικέτες και να μας βάζουν ετικέτα, ακόμα και ως είδη συμπεριφορών οι οποίες εξατομικεύουν το κοινωνικό (εισάγουν το πέρασμα από το προ-άτομο, μέσω του ατόμου, προς το συλλογικό). Σε ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης και στα κοινωνικά plug-ins αυτές οι πράξεις γίνονται διακριτά τεχνικά αντικείμενα (όπως π.χ. κουμπιά, κουτιά σχολίων, ετικέτες κ.λπ.) τα οποία στη συνέχεια συνδέονται με τις δομές δεδομένων (για παράδειγμα, το κοινωνικό γράφημα) και υποβάλλονται στη δύναμη της κατάταξης των αλγορίθμων. Αυτό είναι που παράγει και το χαρακτηριστικό χωροχρονικό μέσο της ψηφιακής κοινωνικότητας σήμερα: τη «ροή», μια αλγοριθμικά προσαρμοσμένη συρροή απόψεων, πεποιθήσεων, δηλώσεων, επιθυμιών που εκφράζονται με λόγια, εικόνες, ήχους κ.λ.π. Ιδιαίτερα ενοχοποιημένες στη σύγχρονη κριτική θεωρία για τη δυνητικά ομογενοποιητική επίδρασή τους, οι νέες τεχνολογίες του κοινωνικού, ωστόσο, διανοίγουν επίσης τη δυνατότητα πειραματισμών στην αλληλεπίδραση και, συνεπώς, τις διαδικασίες εξατομίκευσης. Πολιτικά πειράματα (βλ. Διαδίκτυο, κόμματα όπως το Κίνημα 5 αστέρων, το Κόμμα των Πειρατών, το Partido X) αντλούν από τις δυνατότητες αυτών των νέων κοινωνικο-τεχνικών δομών προκειμένου να παράγουν μαζικές διαδικασίες συμμετοχής και συζητήσεις, φαίνεται όμως, όπως και με το Bitcoin, ν’ αναδεικνύουν επίσης τις άλυτες ακόμη διεργασίες που συνδέουν τις πολιτικές υποκειμενοποίησης στην αλγοριθμική αυτοματοποίηση. Λειτουργούν, εντούτοις, επειδή αντλούν από ένα απόθεμα ευρέως κοινωνικοποιημένων νέων γνώσεων και τεχνικών (πώς κατασκευάζεται ένα προφίλ, πώς καλλιεργούμε ένα κοινό, πώς μπορούμε να μοιραστούμε και να σχολιάσουμε, πώς να αναρτήσουμε φωτογραφίες, βίντεο, σημειώσεις, πώς να δημοσιοποιήσουμε ένα γεγονός) και «ήπιων δεξιοτήτων» της έκφρασης και της ενσυναίσθησης (χιούμορ, επιχειρηματολογία) που δεν είναι αναγκαστικά καλές ή κακές, ενώ παρουσιάζουν μια σειρά από πολυτελείς πιθανότητες ή βαθμούς ελευθερίας της έκφρασης για την πολιτική δράση, οι οποίες δεν μπορούν να αφεθούν στα καπιταλιστικά μονοπώλια αλλά μπορούν να μεταναστεύσουν σε καινούργιες πλατφόρμες και υπηρεσίες. Ωστόσο, δεν είναι μόνο θέμα χρήσης των κοινωνικών δικτύων προκειμένου να οργανωθεί η αντίσταση και η εξέγερση αλλά και ζήτημα κατασκευής κοινωνικής λειτουργίας της προσωπικής πληροφορίας που μπορεί να συλλέξει και να αναδιοργανώσει τις υπάρχουσες μονάδες έναντι ενός αυτόνομου και μοναδικού γίγνεσθαι. Δεδομένου ότι οι αλγόριθμοι, όπως έχουμε πει, δεν μπορεί να αποσυνδεθούν από τις ευρύτερες κοινωνικές συναθροίσεις, η υλοποίησή τους στην κόκκινη στοίβα περιλαμβάνει την πειρατεία των τεχνολογιών κοινωνικής δικτύωσης, μακριά από την κατάσταση της κατανάλωσης, ως εφεύρεση με την οποία τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να λειτουργήσουν ως κατανεμημένη πλατφόρμα εκμάθησης για τον κόσμο, ενίσχυσης και τροφοδότησης νέων ικανοτήτων και δεξιοτήτων, προώθησης της πλανητικής σύνδεσης, καθώς και ανάπτυξης νέων ιδεών και αξιών.

Bιο-υπερΜέσα Ο όρος «βιο-υπερΜέσα» επινοήθηκε από τον Giorgio Griziotti και αναγνωρίζει την ολοένα και πιο στενή σχέση μεταξύ των σωμάτων και των συσκευών ως μέρος της διάχυσης των έξυπνων τηλεφώνων, των υπολογιστών tablet και της πανταχού παρούσας υπολογιστικότητας. Καθώς τα ψηφιακά δίκτυα μετατοπίζουν το επίκεντρό τους από τον υπολογιστή ή ακόμη και το φορητό μηχάνημα προς μικρότερες, φορητές συσκευές, ένα νέο κοινωνικό και τεχνικό τοπίο αναδύεται γύρω από «εφαρμογές» και «σύννεφα», οι οποίες και παρεμβαίνουν άμεσα στο πώς νιώθουμε, αντιλαμβανόμαστε και κατανοούμε τον κόσμο. Ο Bratton ορίζει τις «εφαρμογές» για πλατφόρμες όπως το Android και η Apple ως διεπαφές ή μεμβράνες οι οποίες συνδέουν μεμονωμένες συσκευές με μεγάλες βάσεις δεδομένων και αποθηκεύονται στο «σύννεφο» (μαζική επεξεργασία δεδομένων και κέντρα αποθήκευσης που ανήκουν σε μεγάλες εταιρείες). Αυτή η τοπολογική συνέχεια επέτρεψε τη λήψη εφαρμογών οι οποίες διαμορφώνουν όλο και περισσότερο τη σχέση των σωμάτων με τον χώρο. Οι τεχνολογίες αυτές όχι μόνο «κολλάνε στο δέρμα και ανταποκρίνονται στην αφή» (όπως είχε πει κάποτε ο Bruce Sterling) αλλά θα δημιουργήσουν νέες «ζώνες» γύρω από τα σώματα, που τώρα κινούνται μέσω «κωδικοποιημένων χώρων», επικαλυπτόμενα με πληροφορίες, ώστε να μπορούν να εντοπίσουν άλλους φορείς και θέσεις μέσα σε διαδραστικούς, ενημερωτικούς οπτικούς χάρτες. Τα νέα χωρικά οικοσυστήματα, αναδυόμενα στο σταυροδρόμι του «φυσικού με το τεχνητό, επιτρέπουν την ενεργοποίηση μιας διαδικασίας χασμωδικής συν-δημιουργίας της αστικής ζωής». Εδώ και πάλι μπορούμε να δούμε πώς για το κεφάλαιο οι εφαρμογές είναι απλώς μέσο νομιμοποίησης και «συσσώρευσης» δεδομένων για το σώμα, ενώ το υπάγουν όλο και πιο σφιχτά στα δίκτυα της κατανάλωσης και της επιτήρησης. Αυτή η υπαγωγή του σώματος στο κεφάλαιο, ωστόσο, δεν σημαίνει απαραιτήτως πως είναι και η μόνη δυνατή χρήση αυτών των νέων τεχνολογικών affordances. Η μετατροπή των βιο-υπερΜέσων σε συστατικά της κόκκινης στοίβας (ο τρόπος επανοικειοποίησης του παγίου κεφαλαίου στην εποχή του δικτυωμένου κοινωνικού) συνεπάγεται μια σύνθεση επίκαιρων πειραματισμών με το υλικό (τηλέφωνο, hacking τεχνολογίες, κατασκευαστές, μετακινήσεις κ.λπ.), ικανή να υποστηρίξει ένα νέο είδος «φανταστικών εφαρμογών» (σκεφτείτε, για παράδειγμα, σχετικά με τις εφαρμογές που επινοήθηκαν από την καλλιτεχνική κολλεκτίβα Θέατρο Ηλεκτρονικής Διαταραχής, οι οποίες επιτρέπουν στους μετανάστες να παρακάμψουν τους ελέγχους στα σύνορα, ή εφαρμογές που επιτρέπουν να παρακολουθείται η προέλευση των εμπορευμάτων, ο βαθμός εκμετάλλευσης κ.λ.π.).

Tiziana Terranova

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΟΡΙΝΝΑ ΠΑΤΕΛΗ

Tiziana Terranova είναι Ιταλίδα θεωρητικός και ακτιβίστρια. Είναι καθηγήτρια Ψηφιακών Πολιτισμών, Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και Πολιτικής στο Τμήμα Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, στο Πανεπιστήμιο της Νάπολης L’Orientale και μέλος του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του δικτύου Euronomade. Γνωστή για την εννοιολόγηση της “ελευθερής εργασίας”, ηTerranova έχει εκδόσει το "Network Culture. Politics for the Information Age", εκτεταμένη σειρά από δοκίμια και ομιλίες για την τεχνολογία, τον τεχνοκαπιταλισμό και την κουλτούρα.

1 Σημείωση: Ο όρος «κοινά», επειδή αναφέρεται σε μια δυτικού τύπου φεουδαρχία και στον σύστοιχο νομικό πολιτισμό, είναι ιδεολογικά φορτισμένος. Η συζήτηση (και με τη συγγραφέα) για το πώς μεταφράζεται εκτός αγγλοσαξονικού άξονα καλύτερα, προκειμένου για να εκφράσει την έννοια του συλλογικού, είναι υπό εξέλιξη στην Αριστερά παγκοσμίως.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0