Στην κομβική περίοδο όπου η Ευρώπη αποφασίζει για το μέλλον της και με τι “ταχύτητες” θα κατευθυνθεί προς αυτό, ο Αλέξης Τσίπρας προχώρησε σε συνολική παρέμβαση κατά της ατζέντας της λιτότητας, στη χθεσινή Σύνοδο των 27. Εξειδικεύοντας για την Ελλάδα, σημείωσε ότι “η αναπτυξιακή προοπτική είναι η μοναδική επιλογή για τη βιωσιμότητα του ελληνικού προγράμματος, τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και για τον μεγάλο μας στόχο: την οριστική έξοδο από την κρίση”.
Εκφράζοντας τη διαφωνία του για τη διατύπωση -στο “σχέδιο συμπερασμάτων” της Συνόδου- κατά την οποία η ατζέντα των μεταρρυθμίσεων, δηλαδή η πολιτική της λιτότητας, αποδίδει καρπούς και φέρνει ανάπτυξη, παρουσίασε αναλυτικά στοιχεία για τις εξαιρετικά αρνητικές και καταστροφικές συνέπειες της λιτότητας στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως του Νότου. Αποτέλεσμα ήταν να επιτύχει να συμπεριληφθεί στη δήλωση της προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ειδική αναφορά για τις ειδικές πρόσθετες και παράλληλες δράσεις για την καταπολέμηση της ανεργίας στα κράτη-μέλη, όπου η ανεργία παραμένει δυσανάλογα υψηλή”. Και αυτό διότι, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, ο Γάλλος πρόεδρος Φρ. Ολάντ και ο Ισπανός πρωθυπουργός Μ. Ραχόι (σ.σ.: αμφότεροι συμμετέχουν στη Σύνοδο των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου που ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Έλληνα πρωθυπουργού) ήταν από τους πρώτους που υποστήριξαν την κριτική του Αλ. Τσίπρα που έθεσε το ζήτημα της αναπτυξιακής προοπτικής, ενώ αναγνωρίστηκε από όλους η ορθότητα της κριτικής.
Στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε μετά τη Σύνοδο, σημείωσε ότι η επίτευξη της συμπερίληψης αυτής της αναφοράς αποτελεί “έμμεση αλλά σαφή παραδοχή ότι η πολιτική της λιτότητας, η επιλογή των δυσβάστακτων κοινωνικών επιπτώσεων στη μεταρρυθμιστική ατζέντα πρέπει να αντιμετωπιστεί, και να αντιμετωπιστεί κατά προτεραιότητα στις χώρες που έχουν δημιουργήσει τη μεγαλύτερη ζημιά”. Υπογράμμισε, όπως έκανε και στη Σύνοδο, ότι “τώρα που η Ελλάδα βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο εφαρμογής του προγράμματος έχει ανάγκη όχι από περισσότερη λιτότητα αλλά από μεγαλύτερη ενίσχυση των αναπτυξιακών της δυνατοτήτων και πως η στροφή προς την ανάπτυξη πρέπει να περιλαμβάνει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και την εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για την ελάφρυνση του χρέος”.
Στη Σύνοδο, ο πρωθυπουργός είπε ότι με τους Θεσμούς πρέπει να υπάρξει συμφωνία και σε μέτρα αναπτυξιακής προοπτικής, εκτός από τα μέτρα και τις μεταρρυθμίσεις.
Τα δυο Μνημόνια απέτυχαν, παραπλανητικός ο ευρωπαϊκός μέσος όρος
Κατά τις ίδιες πηγές τόνισε πως είναι "μονομερής και αναντίστοιχη με την πραγματικότητα σε πολλά κράτη-μέλη η διατύπωση ότι αποδίδει καρπούς η πολιτική της λιτότητας" και σημείωσε πως "τα αποτελέσματα των πολιτικών λιτότητας είναι ασύμμετρα", θετικά σε κάποιες χώρες, εξαιρετικά αρνητικά στην Ελλάδα και στον Νότο.
Ο Αλ. Τσίπρας τεκμηρίωσε εκτενώς τη θέση αυτή με τα εξής επιχειρήματα:
* Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα δύο πρώτα προγράμματα δεν έπιασαν τους στόχους τους και οι θεσμοί έχουν ήδη αναγνωρίσει ότι ήταν λανθασμένα και βασισμένα σε εσφαλμένες παραδοχές.
* Παρά τη σειρά μεταρρυθμίσεων που πραγματοποίησε η Ελλάδα, οι επιπτώσεις στην κοινωνία ήταν καταστροφικές: Απώλεια 25% του ΑΕΠ, κάτι που μόνο σε πόλεμο θα είχε συμβεί. Αύξηση της ανεργίας από το 7% στο 27%.
* Η ανάκαμψη στην Ευρωζώνη παραμένει αδύναμη και ασύμμετρη. Η ανεργία παραμένει υψηλότερη απ' ό,τι πριν από την κρίση, ενώ η αποκλιμάκωση οφείλεται κυρίως στη μερική απασχόληση.
* Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι παραπλανητικός, διότι κρύβει τις μεγάλες ανισότητες: Στον Νότο, σαφώς μεγαλύτερη ανεργία από τον μέσο όρο. Ένας στους πέντε στην Ευρώπη είναι άνεργος, οι μισοί από αυτούς είναι μακροχρόνια άνεργοι, και στον Νότο η ανεργία νέων κυμαίνεται μεταξύ 30% και 50%.
Ο πρωθυπουργός ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να επεκταθεί η δράση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων (EFSI), ενός σημαντικού εργαλείου ανάπτυξης, οι μηχανισμοί του οποίου, ωστόσο, ως έχουν σήμερα δεν παρέχουν δυνατότητες παρέμβασης στην κατεύθυνση της ισόρροπης ανάπτυξης και της απομείωσης του επενδυτικού ρίσκου, όπου αυτή είναι απαραίτητη για τη διάχυση επενδυτικών ροών σε όλη την Ε.Ε. Πρότεινε σε αυτό το πλαίσιο: α) Να εξεταστούν προτάσεις και μηχανισμοί αντιμετώπισης των επενδυτικών κινδύνων και της αβεβαιότητας σε συγκεκριμένες αγορές. β) Να αναπτυχθούν κατευθυντήριες γραμμές πολιτικής και τεχνική βοήθεια μέσω των ικανοτήτων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για την αύξηση επενδύσεων, αλλά και της αποτελεσματικότητάς τους.