Live τώρα    
Η Ευρώπη σε σταυροδρόμι
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η Ευρώπη σε σταυροδρόμι

Του Μαξίμ Μπενατούιγ*

Είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση στα πρόθυρα της κατάρρευσης; Τον περασμένο χρόνο ζήσαμε ορισμένα γεγονότα που μας κάνουν να το πιστεύουμε. (...) Ο Αλέξης Τσίπρας, πριν ακόμη εκλεγεί για πρώτη φορά πρωθυπουργός τον Ιανουάριο του 2015, έκανε σαφές ότι η τύχη της Ελλάδας είναι συνδεδεμένη με την Ε.Ε. Το αποκαλούμενο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης δεν αφορούσε μόνο το τέλος της πολιτικής της λιτότητας και τον σχεδιασμό μιας βιώσιμης ανάπτυξης, αλλά κυρίως την πρόθεση για αλλαγή πορείας της Ε.Ε. ως συνόλου.

Ποτέ πριν ο νεοφιλελευθερισμός, που θεσμοθετήθηκε σταδιακά μέσα από τις ευρωπαϊκές συνθήκες, δεν είχε τύχει τόσο μεγάλης αμφισβήτησης στην Ευρώπη. Και αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα δέχτηκε τόσο συστηματικά ανοιχτή εχθρότητα, αν όχι βαρβαρότητα. Το συμπέρασμα που θα πρέπει να εξάγουμε από όλα αυτά είναι ότι η μάχη για μια άλλη Ε.Ε. δεν μπορεί να είναι μονομερής. Σε ένα έγκλημα χρειάζονται συνεργοί, πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για ένα κράτος που έχει ένα ΑΕΠ το οποίο μετά βίας ξεπερνά το 2% της οικονομίας της Ε.Ε., κοινωνικά κινήματα καλά ριζωμένα, αναζωογονημένα συνδικάτα και μαζική διεθνιστική αλληλεγγύη. Οι σοσιαλδημοκράτες «Ευρωπαίοι εταίροι» εγκατέλειψαν την Ελλάδα και το ευρωπαϊκό κίνημα αλληλεγγύης ήταν πολύ αδύναμο για να ασκήσει πίεση στις εθνικές κυβερνήσεις.

Δεν πρέπει, όμως, αυτή η ήττα να μας αποπροσανατολίζει. Η αληθινή αλληλεγγύη είναι αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε απέναντι στις πολλές προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε. Για να ονομάσουμε μερικές από αυτές: την αντίθεση στην αβεβαιότητα της επισφαλούς εργασίας, την αυξανόμενη κοινωνική ανασφάλεια και το κοινωνικό ντάμπινγκ μεταξύ και εντός των χωρών της Ε.Ε., την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη διασφάλιση ότι η αναπόφευκτη ενεργειακή μετάβαση θα γίνει προς όφελος των εργαζομένων, την εγγύηση της ζωής των ανθρώπων που διαφεύγουν από εμπόλεμες περιοχές και τον σχεδιασμό του μέλλοντος των κοινωνιών της Ευρώπης. Την αποδοκιμασία των σειρήνων του δεξιού λαϊκισμού, που τόσοι πολιτικοί ηγέτες ασπάζονται όταν θυσιάζουν τις πολιτικές ελευθερίες, και την πολιτική συνύπαρξη στον βωμό μιας απατηλής μάχης κατά της τρομοκρατίας. Η επιβράδυνση των εθνικών οικονομιών που μετά βίας προσφέρουν κάποιες προοπτικές, ο φόβος απώλειας της εθνικής κυριαρχίας που τα ακροδεξιά κόμματα χειρίζονται τόσο επιδέξια, έξω από κάθε ταξική λογική, και η -πολύ πραγματική- απειλή της κοινωνικής κινητικότητας προς τα κάτω είναι ορισμένοι από τους παράγοντες που εξηγούν γιατί τόσο πολλοί Ευρωπαίοι ρίχνονται στην αγκαλιά του κοινωνικού σωβινισμού και/ή των ανοιχτά ξενοφοβικών πολιτικών δυνάμεων.

Η υπερψήφιση του Brexit πρέπει να γίνει αντιληπτή ως το πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτής της τάσης. Μια γρήγορη ματιά στο αποτέλεσμα δείχνει έναν καθαρό διχασμό ανάμεσα στους νικητές και τους ηττημένους της παγκοσμιοποίησης, αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Οι ψηφοφόροι της εργατικής τάξης που υποστήριξαν μαζικά το Brexit χρησιμοποίησαν το δημοψήφισμα και για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους προς το σύνολο του πολιτικού κόσμου, ταυτόχρονα με την απόρριψη της ένταξης σε μια Ε.Ε. την οποία αντιλαμβάνονται ως κύρια αιτία των προβλημάτων τους. Οι δημοφιλείς πολιτικοί της Δεξιάς έριξαν λάδι στη φωτιά επιρρίπτοντας στους μετανάστες την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους, ενώ απέκρυψαν προσεκτικά τον ρόλο που έχουν παίξει ολόκληρες δεκαετίες νεοφιλελεύθερης πολιτικής στην απορρύθμιση της εργασίας και των κοινωνικών δικαιωμάτων. Παρά ταύτα, η υπερψήφιση του Brexit μπορεί να θεωρηθεί ακόμη μία ένδειξη της βαθιά ριζωμένης πεποίθησης ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένα ευρωπαϊκό σχέδιο τέτοιο που να ικανοποιεί τις ανάγκες των πολιτών.

Οι πολυάριθμες εκκλήσεις που έγιναν, έκτοτε, από τα χείλη πολιτικών ηγετών για ανοικοδόμηση της Ευρώπης δεν πρέπει να μας αποσπούν από τη μεγάλη εικόνα. Αυτό που παίζεται σήμερα είναι βασικά μία από τα ίδια: μεγαλύτερη «ασφαλειοποίηση» των συνόρων της Ε.Ε. αφενός και η ολοκλήρωση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) αφετέρου. Οι πρόεδροι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Eurogroup και η ΕΚΤ ζητούσαν εδώ και πάνω από έναν χρόνο μεγαλύτερη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, αποκέντρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη διευκόλυνση της ελαστικοποίησης των αποδοχών και συνέχιση της λιτότητας. Με άλλα λόγια, ακριβώς την ίδια πολιτική που εφαρμόζεται από την αρχή της κρίσης, η οποία έχει αποδειχτεί αναποτελεσματική και έχει προκαλέσει λαϊκή δυσαρέσκεια, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την πολιτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η βασική ιδέα της ονομαζόμενης Έκθεσης των πέντε προέδρων αποκρυσταλλώνεται στο ακόλουθο απόσπασμα: «Για να επιτύχει η ΟΝΕ, πρέπει να λειτουργούν καλά οι αγορές εργασίας και τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας». Αλλά για ποιον; Προφανώς όχι για τους εργαζόμενους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρείχε μεγάλη στήριξη στη γαλλική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της μαζικής κινητοποίησης εναντίον ενός συνόλου διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά εργασίας, γνωστού και ως Εργατικός Νόμος. Όπως δήλωσε ο επίτροπος για το Ευρώ και τον Κοινωνικό Διάλογο, «Ο νόμος αυτός θα καταπολεμήσει τη δυσκαμψία της αγοράς εργασίας και θα ενισχύσει την απασχόληση».

Για να είμαστε δίκαιοι, η Άνγκελα Μέρκελ, ο Φρανσουά Ολάντ και ο Ματέο Ρέντζι τόνισαν επίσης την ανάγκη να ενισχυθεί η ανάπτυξη όταν συναντήθηκαν στο Βερολίνο λίγο μετά το δημοψήφισμα για το Brexit. Μέχρι στιγμής δεν έχουν ανακοινωθεί λεπτομέρειες, αλλά υπάρχουν ισχνές πιθανότητες να κάνουν κάτι πέρα από υποσχέσεις για να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο η Ε.Ε. βλέπει τις επενδύσεις. Αν δεν καταφέρει να αντλήσει διδάγματα από τις αποτυχίες του Συμφώνου Ανάπτυξης που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Ιούνιο του 2012 -δηλαδή, ότι η έλλειψη φρέσκου χρήματος διοχετευμένου στην οικονομία, μαζί με την επέκταση της «φορολογικής σταθερότητας, φιλικής προς την ανάπτυξη», αποδείχθηκε ανίκανη να δημιουργήσει έναν ενάρετο κύκλο που να προωθεί την ανάπτυξη στην Ε.Ε. και την απασχόληση- το «Επενδυτικό Σχέδιο για την Ευρώπη» είναι καταδικασμένο να αποτύχει.

Το ονομαζόμενο Σχέδιο Γιούνκερ, που ανακοινώθηκε με πολλές φαμφάρες τον Νοέμβριο του 2014, εγκρίθηκε επίσημα τον Ιούνιο του 2015 και τέθηκε σε εφαρμογή αμέσως μετά, από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων, με στόχο την αντιμετώπιση του ελλείμματος επενδύσεων που υφίσταται η Ευρώπη από την αρχή της κρίσης. Βασική του αρχή είναι να χρησιμοποιηθεί ένα μικρό μέρος του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού ως εγγύηση στα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων τα οποία θα είναι πιο επισφαλή και καινοτόμα από τα συνηθισμένα. Αυτά τα προγράμματα επρόκειτο να δημιουργήσουν επενδύσεις συνολικού μεγέθους 315 δισ. ευρώ τα επόμενα τρία χρόνια μέσω της μόχλευσης και της συγχρηματοδότησης. Ωστόσο, από την έναρξη εφαρμογής του σχεδίου έχουν εγκριθεί σχέδια της τάξης των 11,2 δισ. ευρώ μόνο. Η εφαρμογή του Σχεδίου Γιούνκερ είναι αργή, δεδομένου ότι το σχέδιο προβλέπει την εκταμίευση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων 60 δισ. ευρώ σε τρία χρόνια, δηλαδή, 20 δισ. τον χρόνο, γεγονός το οποίο δεν ανταποκρίνεται στις αρχικές προσδοκίες και όχι μόνο.

Δεν είναι μυστικό ότι η οικονομία της Ευρωζώνης δεν κατάφερε να ξεφύγει από τη στασιμότητα. Σύμφωνα με τα τελευταία ευρωπαϊκά στατιστικά δεδομένα, η Ευρωζώνη των 19 είχε ανάπτυξη 0,3% το τρίτο τέταρτο του 2015, ενώ το μέσο ποσοστό ανεργίας παραμένει άνω του 10%, με σοκαριστικές ανισότητες ανάμεσα στις χώρες. Η κρίση καθορίζει ακόμα τις ευρωπαϊκές οικονομίες και κοινωνίες: Οι ανισότητες έχουν αυξηθεί σταθερά από την έναρξή της, πλήττοντας πρώτα και περισσότερο από όλους τους εργαζόμενους με τις λιγότερες δεξιότητες, τις γυναίκες και τους νέους, ενώ ακρογωνιαίος λίθος της ευρωπαϊκής πολιτικής παραμένει μια συγκεκριμένη αντίληψη για την ανταγωνιστικότητα -η οποία προσλαμβάνεται ως ένα καθοδικό σπιράλ όλο και χαμηλότερων μισθών, όλο και μικρότερης κοινωνικής προστασίας και κοινωνικού διαλόγου-, παρά τις ηχηρές αποτυχίες της. Οι κυβερνήσεις, είτε συντηρητικές είτε σοσιαλδημοκρατικές, δεν ξέφυγαν από το ατσάλινο κλουβί του νεοφιλελευθερισμού. Η Ευρώπη αξίζει καλύτερη μοίρα. Γιατί, αλλιώς, τι μπορεί να εμποδίσει τους δεξιούς εθνικιστές από το να κυριαρχήσουν σε όλη την Ευρώπη και να οδηγήσουν τις ευρωπαϊκές χώρες και τους κατοίκους τους σε νέους ανταγωνισμούς;

Πρέπει να βρούμε καθολικές λύσεις για μια καλύτερη και δικαιότερη Ευρώπη. Για να γίνει αυτό, έχει σημασία ο σχεδιασμός μιας βιομηχανικής πολιτικής σε επίπεδο Ευρώπης - ή, με άλλα λόγια, μιας στρατηγικής για τον παραγωγικό μετασχηματισμό της Ευρώπης. Η ίδια η έννοια του παραγωγικού μετασχηματισμού δεν αφορά μόνο την ανάκτηση των ευρωπαϊκών παραγωγικών δυνατοτήτων, αλλά και την καθιέρωση ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου που θα ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες και τις οικολογικές επιταγές, με πυξίδα την οικονομική δημοκρατία. Πιστεύουμε ότι χωρίς μια ισχυρή βιομηχανία, με βαθιά μετασχηματισμένους τους στόχους και τα μέσα, η Ευρώπη δεν θα τα καταφέρει να ξεφύγει από την τρέχουσα κρίση και να μπει σε τροχιά οικονομικής, κοινωνικής, περιβαλλοντικής και, τέλος, πολιτικής ανάπτυξης, την οποία έχουμε τόση ανάγκη.

Μετάφραση: Καλλιόπη Αλεξοπούλου

* Ο Μαξίμ Μπενατούιγ είναι ερευνητής κοινωνιολόγος και πολιτικός επιστήμων (Ευρωπαϊκές Σπουδές). Το παρόν κείμενο είναι απόσπασμα ευρύτερου κειμένου που δημοσιεύτηκε στο Ενημερωτικό δελτίο του transform!, Νοέμβριος 2016

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0