Η μη αναμενόμενη -από πολλούς- εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στο ύπατο αξίωμα των ΗΠΑ εξέπεμψε, Τετάρτη πρωί, μηνύματα ανησυχίας σε όλο τον κόσμο. Βεβαίως, πολλοί έλεγαν εντός και εκτός Αμερικής ότι η επιλογή ανάμεσα σε Χίλαρι και Τραμπ ήταν η επιλογή του «μικρότερου κακού».
Προσωπικά δεν πιστεύω, όπως λεγόταν παλαιότερα στην Αριστερά, ότι η διαφορά ανάμεσα στους Δημοκρατικούς και τους Ρεπουμπλικανούς είναι περίπου σαν τη διαφορά ανάμεσα σε Coca-Cola και Pepsi-Cola. Όσοι παρακολουθούν και γνωρίζουν την πολιτική πραγματικότητα των ΗΠΑ, ξέρουν ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στεγάζει πολλούς ρατσιστές και άλλους ακροδεξιούς, ενώ το Δημοκρατικό Κόμμα έχει στους κόλπους του διάφορα αριστερά και οικολογικά ρεύματα. Ένας Bernie Sanders, π.χ. δεν θα μπορούσε ποτέ να αναδυθεί μέσα από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Αναμφισβήτητα στις ΗΠΑ κυριαρχούν τα μεγάλα συμφέροντα, τα ισχυρά οικονομικά και πολιτικά λόμπι, ενώ ο δικομματισμός μοιάζει ακλόνητος. Μόνο μια φορά κατέβηκε τρίτος ισχυρός υποψήφιος, ο μαύρος ηγέτης Jesse Jackson, ο οποίος είχε καταγράψει το όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό του 13%. Μετά το αποτέλεσμα κάποιοι στο Δημοκρατικό Κόμμα και ο ίδιος ο Sanders ίσως να κάνουν δεύτερες σκέψεις.
Πολλές οι αναλύσεις, τα σχόλια και ακόμα περισσότερα τα ερωτήματα για το πού οφείλεται η νίκη Τραμπ. Πρόκειται για την εκδίκηση της μεσαίας τάξης; Για καταδίκη της οικογένειας Κλίντον; Για αντίδραση στα κομματικά κατεστημένα; Για την έκφραση εμπιστοσύνης σε έναν επιτυχημένο επιχειρηματία που δεν είχε πολιτικό παρελθόν; Υπάρχει αλήθεια σε όλα αυτά, αλλά για ολόκληρη την αλήθεια πρέπει να πάμε βαθύτερα.
Η «μόνη υπερδύναμη» ζει, με πολλούς τρόπους, την πολυδιάστατη καπιταλιστική κρίση που ξεκίνησε από την ίδια το 2008 και της οποίας οι συνέπειες έχουν πλήξει βαρύτατα και την αμερικανική κοινωνία. Όπως είναι καλά γνωστό στην Ευρώπη, η οικονομική κρίση συνοδεύεται από απαξίωση της πολιτικής και ενίσχυση των κάθε είδους λαϊκίστικων ρευμάτων.
Παλαιότερα από τους Ρεπουμπλικάνους είχε αναδυθεί το Tea Party, αυτή τη φορά το ρεύμα Τραμπ, με πολλά κοινά στοιχεία. Σίγουρα στην εκλογή Τραμπ καταγράφεται η παρακμή της πολιτικής, που είναι υπαρκτή και σε πολλές χώρες της Ευρώπης, χώρες σαν την Ολλανδία και τη Δανία, που επί δεκαετίες υπήρξαν παραδείγματα άνθησης των δημοκρατικών θεσμών.
Πέραν της παρακμής της πολιτικής, θεωρώ ότι η εκλογή Τραμπ σημαίνει και παρακμή της Αμερικής. Άλλωστε αυτό είχε διαπιστωθεί και στη διάρκεια της οκταετίας Μπους του νεότερου, του οποίου οι δύο θητείες στον Λευκό Οίκο όχι μόνο υπήρξαν καταστροφικές για τον κόσμο, αλλά έριξαν στο ναδίρ και το διεθνές κύρος των ΗΠΑ, δημιουργώντας αγεφύρωτα χάσματα και με παραδοσιακούς συμμάχους, ιδιαίτερα στην Ευρώπη.
Ο Ντόναλντ Τραμπ εκμεταλλεύτηκε, λοιπόν, ένα διάχυτο αίσθημα, ιδιαίτερα στους λευκούς Αμερικανούς, ότι η άλλοτε παντοδύναμη χώρα τους δέχεται διαδοχικά πλήγματα στην εξωτερική της πολιτική, ότι δεν είναι η υπερδύναμη που ήταν, παρά το γεγονός ότι στρατιωτικά έχει τα αναμφισβήτητα πρωτεία, δαπανώντας πάνω από 600 δισ. δολάρια ετησίως για στρατιωτικές δαπάνες.
Αυτό συνέβη κυρίως επί Μπους, αλλά και ο Ομπάμα έκανε μόνο μικρές μειώσεις. Από την άλλη ο Ομπάμα έκανε επιλογές στην εξωτερική πολιτική -όπως η συμφωνία με το Ιράν και η αποκατάσταση των σχέσεων με την Κούβα-, που χαιρετίστηκαν μεν από την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, αλλά από τους Ρεπουμπλικανούς χαρακτηρίστηκαν «προδοτικές». Ιδιαίτερα η συμφωνία για το Ιράν βρήκε απέναντί της το Ισραήλ και το πανίσχυρο εβραϊκό λόμπι των ΗΠΑ.
Με αυτά τα δεδομένα γεννιέται το ερώτημα ποια θα είναι η εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Κάποιοι λένε ότι ο Τραμπ «τα έχει βρει» με τον Πούτιν και προβλέπουν βελτίωση των αμερικανορωσικών σχέσεων, κάτι που όλοι οι φιλειρηνικοί άνθρωποι εύχονται για να ανακοπεί ένα νέο είδος Ψυχρού Πολέμου, που άρχισε να αναπτύσσεται γύρω από το ουκρανικό.
Η ιστορία λέει ότι και στον Ψυχρό Πόλεμο οι σπουδαιότερες συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών και αφοπλισμού είχαν υπογραφεί από την ΕΣΣΔ και Ρεπουμπλικανούς προέδρους. Ωστόσο, αν ο Τραμπ επιλέξει «πολιτική πυγμής» στις διεθνείς σχέσεις, όπως όλα δείχνουν, φοβάμαι ότι θα έχουμε νέους πολέμους και παραπέρα στρατιωτικοποίηση της διεθνούς ζωής.
Ας ελπίσουμε ότι το μακρύ χέρι του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος των ΗΠΑ θα συγκρατηθεί από τον αμερικανικό λαό, που ακόμα ζει τις συνέπειες των πολέμων του Μπους, ιδιαίτερα του «διαρκούς πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Έχει κι ο λαός αυτός τις φιλειρηνικές του παραδόσεις, της ισχυρής αντίθεσης στον πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά και πιο πρόσφατα κατά των πολέμων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.
* Ο Πάνος Τριγάζης είναι μέλος της Κ.Ε. και συντονιστής του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων και Θεμάτων Ειρήνης του ΣΥΡΙΖΑ