Ακόμα ένα κεφάλαιο γράφτηκε την προηγούμενη εβδομάδα στο μεγάλο αφήγημα που λέγεται "Σχέσεις κράτους - Εκκλησίας”. Η ιστορία ξεκινάει από παλιά, ίσως όσο το μέλλον που έχει μπροστά: από το Ανάθεμα του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1916 και τη διαδοχή του Χρυσόστομου το 1938 μετά τη σύγκρουση του παλατιού με τον δικτάτορα Μεταξά έως τη σύγκρουση του Αντώνη Τρίτση με την Ιεραρχία τη δεκαετία του 1980 και τις “λαοσυνάξεις” του Χριστόδουλου το 2004.
Αυτή τη φορά στην αιχμή της αντιπαράθεσης βρίσκεται το θέμα της αλλαγής του μαθήματος των Θρησκευτικών. Η συνταγματική αναθεώρηση όμως, που ακολουθεί, ίσως αποδείξει ότι μόλις τώρα έχει αρχίσει να διαγράφεται ένας νέος κύκλος στις σχέσεις των δύο πλευρών. Η κατεύθυνση προς μια πρόταση για ρητή κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, έστω και με την αναγνώριση της Ορθοδοξίας ως κρατούσας θρησκείας, θα εξάψει ξανά το ενδιαφέρον...
Κατά τη συνάντηση της προηγούμενης εβδομάδας μεταξύ κυβερνητικών στελεχών υπό τον πρωθυπουργό και εκκλησιαστικών υπό τον Αρχιεπίσκοπο, ωστόσο, κάποια πράγματα ξεκαθαρίστηκαν αναφορικά με το μάθημα των Θρησκευτικών και ενδεχομένως αυτά να αποτελέσουν τα βασικά χαρακτηριστικά στη συζήτηση της επόμενης ημέρας εν γένει. Όπως σημειώνουν κυβερνητικά στελέχη, στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου κατέστη σαφές προς τους εκπροσώπους των ιεραρχών πως πρόθεση της κυβέρνησης είναι να ισχύσει η συνταγματική τάξη. Κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι την όποια ευθύνη για την αλλαγή του μαθήματος των Θρησκευτικών την έχει το κράτος. Παράλληλα, βέβαια, θεωρείται ευπρόσδεκτος ένας διάλογος με την Εκκλησία. Την επόμενη ημέρα, ο πρωθυπουργός, μιλώντας σε βουλευτές στο Μέγαρο Μαξίμου, διαβεβαίωσε ότι από τη μία δεν πρόκειται να υπάρξει υπαναχώρηση από αυτό το σημείο, αλλά και από την άλλη δεν προτίθεται να ρίξει και “αχρείαστο λάδι στη φωτιά”.
Ο Νίκος Φίλης, που βρίσκεται σε πρωταγωνιστικό ρόλο του νέου “ιστορικού επεισοδίου”, σε συνέντευξή του υπογράμμισε: “Προφανώς οι συζητήσεις και οι συμφωνίες γίνονται στη βάση του Συντάγματος και των νόμων, δηλαδή των διακριτών ρόλων των δύο πλευρών -της Πολιτείας και της Εκκλησίας-, με την επιδίωξη της συνεργασίας, γιατί ο λαός μας έχει να κερδίσει από μια τέτοια συνεργασία και όχι από αντιπαραθέσεις”. Ο υπουργός Παιδείας, άλλωστε, εμφανίστηκε σαφής κατά τη συνάντηση με τον Αρχιεπίσκοπο την Τετάρτη το βράδυ. Θύμισε ότι με τα ισχύοντα βιβλία είχε διαφωνήσει η Εκκλησία όταν μπήκαν στα σχολεία επί υπουργίας Πέτρου Ευθυμίου, εντούτοις εφαρμόστηκαν οι κυβερνητικές αποφάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, φέτος τα νέα προγράμματα στα σχολεία θα προχωρήσουν κανονικά, όπως είχε ήδη αποφασιστεί. Ούτως ή άλλως, στις προθέσεις του υπουργείου Παιδείας είναι στον φάκελο του μαθήματος να μην υπάρξει μόνο ένα βιβλίο, αλλά πολλά. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό που έχει ανακοινωθεί εδώ και μήνες, στο τέλος του ακαδημαϊκού έτους θα υπάρξει αξιολόγηση όλων των μαθημάτων, άρα και των Θρησκευτικών.
Σε πολύ μεγάλο βαθμό η μίνι ένταση αποκλιμακώθηκε λόγω των προσωπικών σχέσεων που έχουν αναπτυχθεί ανάμεσα στον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός επισήμανε σε “πηγαδάκι” με βουλευτές την Πέμπτη ότι μιλάει πάντα με ειλικρίνεια στον Αρχιεπίσκοπο, μη κρύβοντας ποτέ την κοσμοθεωρία του και έφερε, μάλιστα, ως παράδειγμα το γεγονός της πολιτικής ορκωμοσίας του.
Πάντως, το ερώτημα σε πολιτικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους παραμένει: Γιατί ο Αρχιεπίσκοπος προχώρησε σε μια εμπρηστική ομιλία στην Ιερά Σύνοδο, κλιμακώνοντας μια, μέχρι τότε, “χαμηλών τόνων” αντιπαράθεση;
Από τη μία πλευρά, το περιβάλλον του Αρχιεπισκόπου δεν έκρυψε ότι ενοχλήθηκε από τις δηλώσεις του υπουργού Παιδείας που αφορούσαν την αποτίμηση του ρόλου ενός τμήματος της Εκκλησίας σε συγκεκριμένες ιστορικές καμπές του ελληνικού έθνους.
Από την άλλη πλευρά, δεν είναι λίγοι οι γνώστες των εκκλησιαστικών ζητημάτων που εδώ και καιρό παρατηρούν μια αργή, αλλά σαφή μετατόπιση του συνόλου της Ιεραρχίας προς ακραίες θέσεις, κάτι που εκτιμάται ότι ήταν αυτή η μετατόπιση που αποτύπωσε στην ομιλία του ο Αρχιεπίσκοπος την Τρίτη. Πάντως ο ίδιος ο κ. Ιερώνυμος, προκαλώντας τη συνάντηση με τον πρωθυπουργό, φαίνεται πως κατανόησε την ανάγκη να μπει ένα φρένο στην αυξάνουσα αντιπαράθεση, δεδομένου κιόλας ότι ήταν έκδηλη η ενόχληση για τη στάση του αυτή όχι μόνο στον Τύπο, αλλά ακόμα και σε κύκλους υποστηρικτών του σε κλήρο και λαό.
Πάντως, σοβαροί εκκλησιαστικοί παράγοντες δεν έκρυβαν την ανησυχία τους να μην πάρει ευρύτερες πολιτικές προεκτάσεις το ζήτημα. “Ο μεγάλος φόβος είναι να φτάσουμε σε ένα σημείο που θα μας υποστηρίζει μόνο η μαυρίλα”, σημείωνε έμπειρος ρασοφόρος, επισημαίνοντας τον κίνδυνο να επικρατήσουν οι ακραίοι και να βρεθεί η Ιεραρχία με μόνους υποστηρικτές τους βουλευτές της Χρυσής Αυγής.
Παιχνίδια διαδοχής με διαφωνούντες και ακραίες αντιδράσεις
Οι διαβουλεύσεις σε βυζαντινό χρόνο χαρακτηρίζουν συνήθως τη διαδοχή ενός Αρχιεπισκόπου και όχι μια συγκυρία της στιγμής. Οι συζητήσεις για τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, τον “πρώτο μεταξύ ίσων”, κρατούν δεκαετίες, ενώ σε πολλές περιπτώσεις προετοιμασίες γίνονται όχι μόνο για τον επόμενο, αλλά και τον μεθεπόμενο μητροπολίτη που θα καθίσει στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Αρκεί κανείς να θυμηθεί ότι το όνομα του Ιερώνυμου ακουγόταν ήδη από τη δεκαετία του '80. Ηττήθηκε από τον Χριστόδουλο λόγω ανυπόστατων κατηγοριών που θεωρείται ότι έγειραν την πλάστιγγα υπέρ του τότε Δημητριάδος και, τελικά, “δικαιώθηκε” μερικά χρόνια αργότερα, το 2008. Ακόμα και τότε η μάχη ήταν σκληρή.
Ενδεικτική για την αντίληψη που έχουν οι κάποιοι ιεράρχες σε ζητήματα διαδοχής ήταν η επιθετική παρέμβαση του Αμβρόσιου λίγα λεπτά μετά την ταφή του Χριστόδουλου, ο οποίος είχε παραδεχτεί στους δημοσιογράφους ότι όταν ο τότε Αρχιεπίσκοπος είχε εισαχθεί στο Αρεταίειο, είχε συναντηθεί με τον Σπάρτης Ευστάθιο λέγοντάς του: "Ο Χριστόδουλος τελειώνει. Ετοιμάσου να πας μπροστά, ετοίμασε τον εαυτό σου να ανεβείς ψηλά".
Ως εκ τούτου, εκκλησιαστικοί παρατηρητές είδαν έναν ελιγμό του Αρχιεπισκόπου την περασμένη Τρίτη που ικανοποιούσε την ακραία πτέρυγα της Ιεραρχίας, την οποία ο ίδιος επί χρόνια είχε απέναντί του. Οι αναφορές του που στρέφονταν κατά της Αριστεράς προκάλεσαν μέχρι και την αντίδραση του ΚΚΕ, αν και ήδη από την εποχή του Χριστόδουλου είχε βρεθεί ένα modus vivendi μεταξύ Περισσού και Μονής Πετράκη. Η προσπάθεια δημιουργίας ενός ισχυρού μπλοκ διαδοχής προϋποθέτει συνεννόηση, αν όχι συμμαχία, με ένα τμήμα τον ακραίων, υποστηρίζουν άνθρωποι που παρακολουθούν τα εκκλησιαστικά τεκταινόμενα επί χρόνια.
Η αναταραχή που έχει προκληθεί στο εσωτερικό της Ιεραρχίας εκκλησιαστικοί κύκλοι σημειώνουν ότι αποτυπώθηκε στην εκλογή του επισκόπου Επιδαύρου Καλλινίκου στον μητροπολιτικό θρόνο της Άρτας. Συγκεκριμένα, μερίδα του περιβάλλοντος του Ιερώνυμου είχε καθησυχάσει τον πρώην μητροπολίτη Άρτης Ιγνάτιο, ο οποίος υπέβαλε παραίτηση πριν από ενάμιση μήνα, ότι ο διάδοχός του θα είναι ο πρωτοσύγκελός του αρχιμανδρίτης Θεολόγος Ντούβαλης. Τελικά, επικράτησε ο επίσκοπος Καλλίνικος, κάτι που αποτέλεσε μήνυμα προς ορισμένους από τους συνεργάτες του Αρχιεπισκόπου για την στάση τους στην εκλογή. Να σημειωθεί ότι ο μητροπολίτης Σπάρτης Ευστάθιος, ο οποίος υπήρξε αντίπαλος του Ιερώνυμου το 2008 και τρόπον τινά ηγείται αθόρυβα των διαφωνούντων, στήριξε τον μητροπολίτη, πλέον, Καλλίνικο, κάτι που ερμηνεύεται ως συγκρότηση, αυτή την ώρα, ενός πόλου απέναντι σ' ένα τμήμα του αρχιεπισκοπικού περιβάλλοντος. Παρατηρητές των εκκλησιαστικών θεμάτων συμπεραίνουν ότι τα “στεγανά” στην Ιεραρχία αναδιαμορφώνονται συνεχώς, όχι μόνο λόγω της επικαιρότητας βεβαίως, αλλά και από τις προσδοκίες διαδοχής των νεότερων μελών της, όπως, για παράδειγμα, του μητροπολίτη Πατρών.