Στην έναρξη μιας ουσιαστικής συζήτησης για την αναδιάρθρωση του χρέους οδήγησε η πορεία των τελευταίων ημερών προς το χθεσινό Eurogroup. Τόσο η επιστολή του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου προς το Eurogroup όσο και εκείνη της επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάχθηκε και η λογική του Βερολίνου, χωρίς να κάνει πίσω η ελληνική πλευρά. Και αυτό καθώς, όπως προκύπτει, ούτε πρόσθετα μέτρα θα χρειαστεί να ληφθούν, παρά θα θεσμοθετηθεί ο δημοσιονομικός διορθωτής όπως ζήτησε η Κριστίν Λαγκάρντ, και παράλληλα ξεκίνησε μια ουσιαστική συζήτηση για τους τρόπους αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους.
Επί της ουσίας η κυβέρνηση διατήρησε τη θέση της σε σύγκριση όσα ανέφερε στην τελευταία του επιστολή ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών. Στην επιστολή του ο Ευκλείδης Τσακαλώτος προς τους ομολόγους του, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα τις προηγούμενες μέρες, ξεκαθάριζε πως η κυβέρνηση δεν πρόκειται να φέρει στην ελληνική Βουλή κανένα πακέτο άνω των 5,4 δισ. ευρώ, ενώ υποστήριζε ότι η ελληνική πλευρά έχει κάνει όσα υποσχέθηκε και κάλεσε τους εταίρους να δεσμευτούν για το χρέος, όπως συνέβη τελικά χθες, καταλήγοντας εν ολίγοις ότι: "Κανείς δεν θα πρέπει να πιστεύει ότι μια ακόμη ελληνική κρίση, οδηγώντας ίσως σε ένα ακόμη αποτυχημένο κράτος στην περιοχή (failed state), είναι επωφελής για οποιονδήποτε".
Όπως ανέφερε σχετικά με τη συμφωνία του καλοκαιριού, "από την οπτική μας έχουμε παραδώσει όσα υποσχεθήκαμε - σε κάποιες πτυχές περισσότερα. Και όλα αυτά έχοντας ανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες και αντιμετωπίζοντας μια απίστευτα περίπλοκη και σοβαρή προσφυγική κρίση". Κάνοντας επίκληση στη στοιχειώδη λογική των θεσμών, ο υπουργός ανέφερε: "Επικαλούμενος τόσο την οικονομική όσο και την πολιτική εμπειρία σας, μπορείτε να φανταστείτε να πάμε στο κοινοβούλιο αντί για ένα αναμενόμενο πακέτο 5,4 δισ. ευρώ ένα 9 δισ. ευρώ;". Και πρόσθεσε με νόημα: "Δεν υπάρχει περίπτωση τέτοιο πακέτο να περάσει από την παρούσα κυβέρνηση ή -για ό,τι αυτό σημαίνει- από καμία δημοκρατική κυβέρνηση που μπορώ να φανταστώ".
Σε σχέση με τον προληπτικό μηχανισμό δημοσιονομικής προσαρμογής τόνισε: "Θεωρώ ότι ένας τέτοιος μηχανισμός, σε συνδυασμό με το πακέτο μεταρρυθμίσεων, είναι υπεραρκετός για να κλείσει η πρώτη αξιολόγηση".
Ερχόμενος στο θέμα του χρέους είπε χαρακτηριστικά: "Νομίζω ότι αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα είναι μια ξεκάθαρη δήλωση για μέτρα άμεσης εφαρμογής και μέτρα που θα ληφθούν μελλοντικά, κάτι που θα βοηθήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στην ανάκαμψη της χώρας και ότι το ρίσκο χώρας απομακρύνεται (επιτέλους!) από την ατζέντα" - όπως και συνέβη χθες.
Δεν θα ληφθούν προληπτικά μέτρα
Από την άλλη πλευρά κατέστη χθες σαφές ότι παρέμεινε, χωρίς όμως να τελεσφορήσει στο Eurogroup, η εμμονή του ΔΝΤ για θεσμοθέτηση των προληπτικών μέτρων, η οποία εμπεριείχετο στην επιστολή της Κριστίν Λαγκάρντ προς τους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης, ενώ πήρε... μπρος η ελάφρυνση του χρέους. Στην ίδια επιστολή η διευθύντρια του ΔΝΤ ανέφερε πως δεν είναι επαρκής ο μηχανισμός έκτακτης ανάγκης που έχει προτείνει η ελληνική πλευρά. «Με βάση την προηγούμενη εμπειρία, τέτοια μέτρα δεν είναι πολύ αξιόπιστα, αλλά είναι επίσης ανεπιθύμητα, καθώς ενισχύουν την αβεβαιότητα και αδυνατούν να επιλύσουν τις υποκείμενες ανισορροπίες. Πιστεύουμε ότι τα εξειδικευμένα μέτρα (οικονομική μεταρρύθμιση), η αναδιάρθρωση του χρέους και η χρηματοδότηση πρέπει να συζητηθούν ταυτόχρονα» ανέφερε στην επιστολή της η Λαγκάρντ.
Από τα χθεσινά γεγονότα συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν θα υπάρξουν επιπρόσθετα μέτρα, όπως επιθυμούσε το ΔΝΤ, όμως ήδη ξεκίνησε μια άκρως σημαντική συζήτηση για την ελάφρυνση του χρέους.
DW: Αυτοπαγιδευμένος Σόιμπλε
Εκ του αποτελέσματος αποτυπώθηκε το ότι ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών έμεινε αυτοπαγιδευμένος στην επιμονή του να παραμείνει το ΔΝΤ στο τρίτο πρόγραμμα, με την πλειονότητα των εταίρων να ζητά να ανοίξει άμεσα η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, κάτι το οποίο ανέφερε σε δημοσίευμά της η Deutche Welle.
WSJ: Μείωση του χρέους στο 104,9% του ΑΕΠ το 2060
Τη μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους στο 104,9% του ΑΕΠ το 2060, αφού θα έχει κορυφωθεί στο 182,9% του ΑΕΠ φέτος, προβλέπει το βασικό σενάριο για την έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους που έχουν συντάξει οι Ευρωπαίοι πιστωτές της Ελλάδας, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας "Wall Street Journal".
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ανάλογα με τις προβλέψεις για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων τις επόμενες δεκαετίες, καθώς και το ύψος των επιτοκίων, έχουν καταρτισθεί τέσσερα σενάρια για το χρέος, το οποίο αναμένεται να διαμορφωθεί από το 62,6% (το αισιόδοξο) έως το 258,3% του ΑΕΠ το 2060. Η ανάλυση αυτή της βιωσιμότητας του χρέους προμηνύει δύσκολες διαπραγματεύσεις σχετικά με τα πιθανά μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, σημειώνει το δημοσίευμα.
Οι πιστωτές της Ελλάδας αναφέρουν ότι οι ακαθάριστες δανειακές ανάγκες είναι ο καλύτερος δείκτης για την αποτίμηση της ικανότητας της χώρας να αποπληρώνει το χρέος της. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες πρέπει να είναι χαμηλότερες από το 15% του ΑΕΠ, ώστε το χρέος της να μπορεί να χαρακτηρίζεται βιώσιμο.
Σύμφωνά, ωστόσο, με το έγγραφο, η Ελλάδα θα είχε ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες που θα έφθαναν έως το 62,8% του ΑΕΠ το 2060. Ακόμη και με το βασικό σενάριο, οι ανάγκες της αυτές θα κυμαίνονταν πάνω από το 15% για αρκετά χρόνια και θα αυξάνονταν στο 24,3% του ΑΕΠ το 2060.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ