ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΜΟΥ
«Η ιδεολογική συζήτηση είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος εδώ στις Βρυξέλλες. Εγώ πάντα προσπαθώ να πείσω τους ηγέτες να διαπραγματεύονται με αριθμούς, νόμους και εγγυήσεις, και όχι με συναισθήματα» σημείωνε σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στην «Καθημερινή» ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ. Η στιγμή που ο επικεφαλής του ανώτατου θεσμικού οργάνου της Ε.Ε. επέλεξε να χρησιμοποιήσει τη φράση αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε στις 17 Ιουλίου 2015, λίγες μέρες μετά, δηλαδή, από τη σύνοδο κορυφής στην οποία οριστικοποιήθηκε η συμφωνία - 3ο Μνημόνιο της Ελλάδας με τους δανειστές.
Λίγες γραμμές παραπάνω, ωστόσο, ο Ντόναλντ Τουσκ δεν είχε διστάσει να εκφράσει τα συναισθήματά του για το ενδεχόμενο του Grexit, καθώς σημείωνε πως «πραγματικά με τρομάζει μια πολιτική και ιδεολογική διάχυση εξαιτίας της ελληνικής κρίσης, το γεγονός δηλαδή ότι θα μπορούσαμε να ανοίγαμε μια τέτοια συζήτηση στην Ε.Ε. Κατά τη γνώμη μου, υπάρχει μια οικονομική και ιδεολογική αυταπάτη και στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, και στο αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών, και σε κάποια από τα σχόλια που γίνονται, ότι θα μπορούσαμε να χτίσουμε κάτι εναλλακτικό σε σύγκριση με το ευρωπαϊκό οικονομικό σύστημα». Το -μη συναισθηματικό- μίσος τού Τουσκ για την ιδεολογία αφορά, λοιπόν, πάντα με όρους ρεαλισμού, «πραγματικότητας», τη συνοχή του ευρωπαϊκού οικονομικού συστήματος. Υπό ποιους όρους; Κι εδώ ο Τουσκ δεν αφήνει περιθώρια: «Η λιτότητα είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η Ευρώπη είναι το μέρος του κόσμου με τη μεγαλύτερη ευημερία» τονίζει. Και προσθέτει: «Ορισμένα από τα επιχειρήματα που ακούμε στην όλη συζήτηση για τη λιτότητα είναι εξωφρενικά».
Ο καθόλα ιδεολογικός λόγος του Τουσκ -«Η ιδεολογία δεν βλέπει τα μη αντικείμενά της» έλεγε ο Αλτουσέρ- αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο νεοφιλελευθερισμός και η συναφής με αυτόν λιτότητα δεν είναι απλώς μια πολιτική επιλογή που κυριάρχησε. Ο επικεφαλής της Ε.Ε. κηρύττει τον λόγο του θεού, καθώς η λιτότητα είναι όχι μόνο η μοναδική πραγματικότητα, αλλά και όποιος εναντιώνεται σε αυτή τρέφει αυταπάτες, είναι «ιδεολόγος», δεν έχει καταλάβει, είναι «τρελός» και πρέπει να «αναμορφωθεί» με βάση τους... πραγματικούς κανόνες των Βρυξελλών, οι οποίοι συνθέτουν ένα πανευρωπαϊκής εμβέλειας κόμμα της «πραγματικότητας», το οποίο, βεβαίως, έχει και τους εν Ελλάδι πιστούς του.
Το κόμμα του ρεαλισμού στην Ελλάδα διαιρείται σε πολλά κόμματα, τα οποία στις κρίσιμες στιγμές συνενώνονται, ασκεί καθημερινή παρέμβαση μέσω αρκετών, περισσότερο ή λιγότερο σοβαρών, μέσων ενημέρωσης κι έχει ιδιαίτερη λατρεία στην... πραγματικότητα. «Η οικονομία δεν περιμένει» ήταν ο τίτλος πρόσφατου κύριου άρθρου της εφημερίδας «Τα Νέα». Το άρθρο καλούσε την κυβέρνηση να τελειώνει με τη διαπραγμάτευση για την προστασία της πρώτης κατοικίας, καθώς η οικονομία, δηλαδή η πραγματικότητα, είναι... ανυπόμονη. Το γιατί βέβαια η υπομονή της οικονομίας είναι κάπως ελαστικότερη για τα επιχειρηματικά δάνεια των εκδοτικών ομίλων είναι μια άλλη ιστορία.
Πρόσφατα μάθαμε επίσης πως η πρόταση του Γ. Δραγασάκη για τη συγκρότηση ενός παράλληλου τραπεζικού συστήματος αποτελεί ακόμα ένα σύμπτωμα της αδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ να κατανοήσει και να προσαρμοστεί στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Το ότι η Γερμανία είναι η πρωτοπόρος χώρα στον τομέα αυτό δεν φάνηκε να απασχολεί το κόμμα της πραγματικότητας, πιθανόν γιατί αποτελεί ακόμα ένα από τα αδιαπραγμάτευτα και θεμελιώδη στοιχεία της ευρωπαϊκής... πραγματικότητας.
Το θέμα της διαπραγμάτευσης επανήλθε πρόσφατα, τούτη τη φορά μέσω ενός ιδιόμορφου, αν μη τι άλλο, ιδίως ως προς τον... πλουραλισμό των απόψεων που καταγράφονται σε αυτό, ντοκιμαντέρ στο οποίο οι μόνοι που εμφανίζονται είναι οι Β. Σόιμπλε, Ζαν - Κλοντ Γιούνκερ και Π. Μοσκοβισί. Οι πρωταγωνιστές, εξιστορώντας τα της διαπραγμάτευσης, τονίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαπραγματεύτηκε, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι κόμμα, ότι η Ευρώπη δεν απειλήθηκε ποτέ κι άλλα παρόμοια. Γιατί τέτοιο άγχος τότε;