Live τώρα    
Η ελληνική κρίση, η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης και το μέλλον
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η ελληνική κρίση, η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης και το μέλλον

Του Κωνσταντίνου Κατερινόπουλου

Η αντιμετώπιση της κρίσης χρέους έχει συνδεθεί έντονα στη δημόσια συζήτηση με τη θέση της χώρας στην Ευρωζώνη. Προτάσεις ή και η απειλή εξόδου από την Ευρωζώνη είναι διαρκώς στην ημερήσια διάταξη και μάλιστα τέθηκε από τη Γερμανία στο Eurogroup μετά το δημοψήφισμα ως ο κύριος μοχλός πίεσης για την υπογραφή των όρων που συνοδεύουν το νέο δάνειο από τον ESM.

Γερμανικά οφέλη από την ελληνική κρίση

Η ιδέα ότι η απειλή εξόδου θα μπορούσε να αποτελεί διαπραγματευτικό όπλο της ελληνικής πλευράς ήταν και αποδείχθηκε ανεδαφική.

Από τη μια, μόνο ένα μικρό μέρος του χρέους (34 δισ.) κατέχεται από τις αγορές και αυτό είναι αναδιαρθρωμένο και αποτελείται από τα ομόλογα αγγλικού δικαίου του PSI που εκδόθηκαν το 2012, λήξεων 2023-2042, και έτσι η έξοδος από το ευρώ δεν θα ήταν δυνατόν να προκαλέσει κάποια αναταραχή, αφού η μη πληρωμή τους δεν είναι νομικά εφικτή και άλλωστε ο κίνδυνος ήταν χρονικά απομακρυσμένος. Από την άλλη ο κύριος δανειστής του επίσημου τομέα, η Γερμανία, και καθοριστικός διαπραγματευτής, έχει ήδη αποσβέσει τη ζημία μιας ελληνικής εξόδου από την Ευρωζώνη.

Σύμφωνα με το γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών του Saale (IWH) η Γερμανία έχει επωφεληθεί ουσιωδώς από την ελληνική κρίση. Χρησιμοποιώντας έναν βασικό κανόνα (Taylor rule 1993) για την προσομοίωση των υποθετικών επιτοκίων των γερμανικών κρατικών ομολόγων, όπως θα διαμορφώνονταν ανεξάρτητα από την ευρωπαϊκή κρίση χρέους, σε συνδυασμό με την ωρίμανση αποπληρωμής τους, προέκυψε ότι το όφελος για τον γερμανικό προϋπολογισμό υπερβαίνει ήδη τα 100 δισ. ευρώ για την περίοδο 2010-2015.

Από την άλλη το κόστος μιας ελληνικής πτώχευσης και αθέτησης πληρωμών για τη Γερμανία, περιλαμβανομένης της αναλογίας της στο νέο δάνειο, υπολογίστηκε όχι μεγαλύτερο από 90 δισ. ευρώ. Η έκθεση του Ινστιτούτου έχει αναλυτικό χρονολογικό πίνακα συσχέτισης της μεταβολής των επιτοκίων δανεισμού της Γερμανίας με την εξέλιξη της ελληνικής κρίσης, όπου κάθε όξυνση των χρηματοδοτικών προβλημάτων της χώρας μας αντανακλάται σε μείωση του γερμανικού επιτοκίου και το αντίστροφο.

Έτσι η πρόταση του Γερμανού ΥΠΟΙΚ έγινε εκ του ασφαλούς, ωστόσο το συμπέρασμα έχει και την κατοπτρική του ανάγνωση.

Στην ίδια έκθεση, όπως αποτυπώνεται στο δελτίο τύπου του Ινστιτούτου της 10.8.2015, επισημαίνεται ότι το μέγιστο για τη Γερμανία σημερινό και μελλοντικό κόστος διάσωσης της Ελλάδας είναι μικρότερο από τα οφέλη που έχει ήδη αποκομίσει ο γερμανικός προϋπολογισμός, ανάγνωση που συμβάλλει στη μείωση του εχθρικού κλίματος στη γερμανική κοινή γνώμη για τα δάνεια στην Ελλάδα.

Χαρακτηριστικά στην έκθεση αναφέρεται: «Τα κακά νέα για την Ελλάδα ήταν καλά νέα για τη Γερμανία και το αντίστροφο».

Κατά κάποιον τρόπο, μπορούμε να πούμε ότι όσο η Γερμανία συντηρούσε, και ίσως και στο μέλλον προσπαθήσει να συντηρήσει την κρίση με την Ελλάδα, αποκομίζει σημαντικά δημοσιονομικά οφέλη λόγω των χαμηλών, αρνητικών πλέον, επιτοκίων δανεισμού που επιτυγχάνει. Αυτό έχει αποτέλεσμα και το πολύ φθηνό κόστος κεφαλαίου για τις γερμανικές επιχειρήσεις, που έτσι έχουν ένα μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα για τη διατήρηση της εξαγωγικής δυναμικής τους και τη συνέχιση της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Σημαντικό όμως μέρος του συσσωρευμένου κεφαλαίου στη Γερμανία οδηγείται στην αποθεματοποίηση, αντί στην επανεπένδυση και την αύξηση των μισθών σύμφωνα με την αύξηση της παραγωγικότητας, πολιτική που εμποδίζει την ανάκαμψη στην Ευρωζώνη και συντηρεί τις αποπληθωριστικές τάσεις.

Η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης

Το παράδοξο αυτό μέσα σε μια νομισματική ένωση, να ωφελούνται οικονομικά μία ή περισσότερες χώρες από την κρίση χρέους των άλλων, οφείλεται στην υφιστάμενη δομή και τους κανόνες της Ευρωζώνης και όχι σε αυτήν καθ' αυτήν τη νομισματική ένωση.

Το κύριο ζήτημα είναι η έλλειψη κοινοτικής εγγύησης των χρεών κάθε κράτους-μέλους της Ευρωζώνης, που συντηρεί τις κεφαλαιακές μεταβιβάσεις προς τις θεωρούμενες από τους οίκους αξιολόγησης ως πλέον ασφαλείς επενδύσεις κρατικών ομολόγων και δημιούργησε τη μεγάλη κρίση χρέους του 2010-2012.

Επιπλέον η ΕΚΤ δεν αποτελεί τυπικά με βάση τις συνθήκες για τις χώρες της Ευρωζώνης τον δανειστή τελευταίας καταφυγής, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται οι χώρες-μέλη να εκδίδουν μεν χρέος σε ευρώ, αλλά αυτό να προσομοιάζει ουσιαστικά με χρέος σε ξένο νόμισμα, με όλες τις σχετικές συνέπειες από την αξιολόγηση των αγορών.

Η κοινοτική εγγύηση των κρατικών χρεών θα εξάλειφε άμεσα τις διαφορές των επιτοκίων δανεισμού και άρα το συγκριτικό πλεονέκτημα της Γερμανίας και των άλλων βόρειων χωρών.

Αντί της κοινοτικής εγγύησης, στην παρούσα φάση ρόλο έμμεσης εξομάλυνσης έχει αναλάβει η ΕΚΤ με τα διάφορα προγράμματα αγοράς χρέους από το 2010 και μετά, μέχρι το μεγάλο τρέχον πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, που πέραν των άλλων συνέβαλε καθοριστικά και στη μείωση του κόστους χρήματος στην Ευρωζώνη συνολικά, εξαιρουμένης επί του παρόντος της Ελλάδας.

Η εξαίρεση της χώρας είναι κυρίως πολιτική, καθώς οι περιοριστικές της συμμετοχής προϋποθέσεις του προγράμματος ήταν προϊόν των πιέσεων της Γερμανίας, με αποτέλεσμα μέχρι τις 20.8 να θεωρείται ότι η ΕΚΤ κατέχει ήδη όσο ελληνικό χρέος δικαιούνταν να αποκτήσει, λόγω των αγορών, της περιόδου 2010-2012. Τότε όμως οι αγορές με το πρόγραμμα SMP είχαν άλλο σκοπό και αφορούσαν μόνο τις χώρες που αντιμετώπιζαν κρίση χρέους και όχι το σύνολο της Ευρωζώνης για την αντιμετώπιση του αποπληθωρισμού όπως με το τρέχον πρόγραμμα QE.

Η δημοσιονομική ενοποίηση και ο υπουργός Οικονομικών της Ευρωζώνης προτείνονται ως ο μηχανισμός που θα επιτρέψει σταδιακά την εισαγωγή και της κοινοτικής εγγύησης μέρους ή του συνόλου του κρατικού χρέους των χωρών-μελών. Ωστόσο στη γερμανική πρόταση η δημοσιονομική ενοποίηση αφορά λίγες χώρες ενός διαμορφούμενου «σκληρού πυρήνα» και ως εκ τούτου η τυχόν μελλοντική εγγύηση δεν θα αφορά όλες τις χώρες, αλλά αυτές που δεν θα την έχουν ανάγκη.

Η τραπεζική ένωση, που επίσης είχε τεθεί ως όρος στην κατεύθυνση της οικονομικής και νομισματικής ολοκλήρωσης, ενώ έχει προχωρήσει ήδη με την ενεργοποίηση του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού από τον Νοέμβριο του 2014, δεν είχε καμιά επιρροή στην απόφαση της ΕΚΤ, του Φεβρουαρίου του 2015, να άρει την εξαίρεση και να σταματήσει την απευθείας αναχρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών, που οδήγησε στην προσφυγή τους στον ELA, καθεστώς που παραμένει και σήμερα παρά την υπογραφή της σύμβασης με τον ESM και τελικά να εμποδίσει και αυτήν τη χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα τους ελέγχους κεφαλαίων, πριν από το δημοψήφισμα, που ακόμη ισχύουν.

Το μέλλον της κρίσης

Στο νέο ελληνικό πρόγραμμα παραμένει σε γενικές γραμμές η εμμονή στη λιτότητα, με περικοπές δαπανών και αύξηση έμμεσων φόρων, ωστόσο είναι σχετικά περιορισμένη, λόγω της μείωσης των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Παράλληλα η επιμονή των δανειστών στις λεγόμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις λίγα θα έχει να προσφέρει στην ανάπτυξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στον δείκτη του ΟΟΣΑ για την εφαρμογή μέτρων διαρθρωτικής πολιτικής για τα έτη 2010-11 σε σχέση με τα έτη 2008-09 η Ελλάδα της ύφεσης κατέχει την πρώτη θέση με + 0,68, ενώ η Γερμανία είναι στην τελευταία θέση με - 0,22, κάτι που δείχνει ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν σχετίζεται με τις μεταρρυθμίσεις αυτές που αφορούν κυρίως το αποκαλούμενο «άνοιγμα των επαγγελμάτων» και των αγορών ορισμένων προϊόντων καθώς και την κατάργηση ρυθμιστικών και κανονιστικών πλαισίων για την απασχόληση και την παροχή υπηρεσιών.

Ωστόσο οι πολιτικές λιτότητας και μεταρρυθμίσεων απορρύθμισης είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κοινός τόπος στον σύγχρονο καπιταλισμό. Στην ίδια τη Γερμανία η καθήλωση της αμοιβής της εργασίας είναι εντυπωσιακή, αφού το 2007 το μισθολογικό κόστος ήταν χαμηλότερο κατά 1,7% σε σύγκριση με το 1999, ενώ με βάση την αύξηση της παραγωγικότητας έπρεπε να είναι 16% μεγαλύτερο, χωρίς έκτοτε να έχει βελτιωθεί η κατάσταση.

Βέβαια ένα μεγάλο πακέτο επενδύσεων, σε συνδυασμό με την αναδιάρθρωση του χρέους, μπορούν να αποτελέσουν τον μίτο για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Όμως μόνο μια δραστική αλλαγή οικονομικής πολιτικής σε όλη την Ευρώπη, με την αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ της εργασίας, είναι σε θέση να οδηγήσει σταθερά σε ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, χωρίς υπερχρέωση του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Ώς τώρα, με την επικράτηση των μονεταριστικών πολιτικών και της συνακόλουθης μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων, ο δανεισμός των νοικοκυριών αποτέλεσε το εργαλείο αύξησης της ζήτησης.

Η μεγάλη ανισότητα των εισοδημάτων είναι που γεννά και αναπαράγει την ύφεση. Χαρακτηριστικά στις ΗΠΑ το 1928, πριν από τη μεγάλη ύφεση, το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος, που αναλογούσε στο πλουσιότερο 1% του πληθυσμού, ήταν 19,6%, ενώ το 1973 ήταν 7,8% και το 2007 επανήλθε στο 18,3%.

Μόνο η τρέχουσα επεκτατική νομισματική πολιτική δεν συνιστά πραγματική διέξοδο, ενώ οι συνακόλουθες ανταγωνιστικές υποτιμήσεις, που φαίνεται να επανέρχονται στον διεθνή ορίζοντα, θα είναι τουλάχιστον άκαρπες.

Ένα νέο πρόγραμμα ευημερίας για τους πολλούς είναι το πραγματικό αναπτυξιακό μέλλον.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0