του Ντεϊβιντ Γκοου*
Όταν ήμουν ανταποκριτής στη Γερμανία, δύο δεκαετίες πίσω, στην πορεία προς την ενοποίηση και εντεύθεν, οι συνεντεύξεις με τον Χέλμουτ Κολ, τον Χανς Ντίντριχ Γκένσερ και άλλους διακεκριμένους πολιτικούς --όπως ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος διαπραγματεύτηκε την ένωση των δύο Γερμανιών σε μία-- πάντοτε κατέληγαν με το μάντρα: «Θέλουμε μια Ευρωπαϊκή Γερμανία, όχι μια Γερμανική Ευρώπη». Κι ήταν αλήθεια αυτό τότε. Αλλά δεν είναι σήμερα.
Σχεδόν 25 χρόνια μετά από εκείνη τη νύχτα του Οκτωβρίου του 1990 όταν έγραψα το πολυσυζητημένο άρθρο για τον Guardian με τίτλο «Ένας νέος Κολοσσός γεννιέται στην Ευρώπη» η ελληνική κρίση έχει ολοφάνερα αναδείξει τον μετασχηματισμό της Γερμανίας από «πολιτικό νάνο, οικονομικό γίγαντα» σε «πολιτικό και οικονομικό τραμπούκο» που προκαλεί φόβο και μίσος ανάμεσα στα θύματά του και αγωνία ανάμεσα στους φίλους του. […]
«Ποιος ρώτησε τη γνώμη της Γερμανίας για τους άλλους λαούς;» γράφει ο Χέριμπερτ Πραντλ στην φιλελεύθερη Süddeutsche Zeitung, κριτικάροντας τον Σόιμπλε για την #Grexit εμμονή του και ζητώντας την επιστροφή σε μια καλύτερη, πιο ευρωπαϊκή Γερμανία. Μήπως δεν αντιμετωπίζει κι η Γερμανία στο δικό της γήπεδο μεταρρυθμίσεις που χρόνια καθυστερούν -- όπως αυτή στο συνταξιοδοτικό της σύστημα ώστε να αντιμετωπίσει τα εκατομμύρια των «γκριζομάλληδων», τον υπερκυρίαρχο ρόλο των πολιτικών κομμάτων στην κρατική ραδιοτηλεόραση, ακόμα και τα ανοιχτά μαγαζιά τις Κυριακές που τόσο υποκριτικά ζητά απ' την Ελλάδα; Το να επιτιμάς και να τραμπουκίζεις τους Έλληνες ώστε να δεχθούν ένα αυτοακυρούμενο και χωρίς νόημα πρόγραμμα περισσότερης λιτότητας προκειμένου να φροντίσουν τα συμφέροντα των δικών σου (μη μεταρρυθμισμένων) πιστωτικών ιδρυμάτων είναι χειρότερο κι από δυσάρεστο. Είναι κακό. Πολύ λιγότερη Αλαζονεία (Überheblichkeit) και λίγο περισσότερη Ταπεινότητα (Demut) είναι το σωστό.
Το γεγονός ότι είναι ο Σόιμπλε αυτός που μηχανορραφεί και υπολογίζει με ποιον τρόπο θα καταφέρει να εκδιώξει την Ελλάδα από την Ευρωζώνη είναι ιδιαίτερα προβληματικό και ενοχλητικό για όσους από εμάς παρακολουθήσαμε για πολλά χρόνια την πολιτική του σταδιοδρομία. Πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο που, μαζί με τον Κουρτ Λάμερς, έγραψαν το 1994 μια εργασία στην οποία υποστήριξαν όχι μόνο μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων αλλά και μια αυξανόμενα ομοσπονδιοποιημένη Ε.Ε., με πολιτική καθώς και νομισματική ένωση και, υπόρρητα, μια διασυνοριακή εκδοχή του γερμανικού Länderfinanzausgleich που μεταφέρει πόρους από τα πλουσιότερα στα φτωχότερα ομοσπονδιοποιημένα κρατίδια. (αυτά τα υποτιθέμενα ευρωομόλογα που αρνείται καν να συζητήσει η Άνγκελα Μέρκελ). Τα παθιασμένα αισθήματα για μια φιλοευρωπαϊκή Γερμανία αυτού του επί 43 χρόνια μέλους του Γερμανικού κοινοβουλίου είναι αυτό που έχω συγκρατήσει στη μνήμη μου από τις συνεντεύξεις μαζί του πάνω σ' αυτό το πλαίσιο προτάσεων του 1994.
Αυτές τις μέρες, κι εγώ και πολλοί άλλοι ξένοι που κατοικούμε στην Γερμανία πληρώσαμε λίγο έως πολύ πρόθυμα την εισφορά αλληλεγγύης για να βοηθηθεί η χρηματοδότηση της ανοικοδόμησης της κατεστραμμένης οικονομίας και κοινωνίας της Ανατολικής Γερμανίας. Εξακολουθεί να πληρώνεται (σε ποσοστό 5,5%) από αναμφίβολα ανήσυχους φορολογούμενους μετά από δύο δεκαετίες που συγκέντρωσαν πάνω από 200 δις ευρώ για το υπουργείο οικονομικών. Σήμερα, ένας «καλός» Γερμανός, ο Κλέμενς Φουεστ (Clemens Fuest), επικεφαλής του ZEW, του γερμανικού κέντρου Ευρωπαϊκών και Οικονομικών Ερευνών, πρότεινε να αυξηθεί αυτή η εισφορά στο 8% για τα επόμενα χρόνια ώστε να συλλεγούν 22 δις ευρώ για τον ελληνικό λαό -- υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα αποδεικνυόταν λιγότερο δαπανηρό από την χρεωκοπία ή την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ και ίσο με το ποσό που η Γερμανία θα πλήρωνε ούτως ή άλλως με το τρίτο πρόγραμμα. Θα επρόκειτο τότε για μια «Αναδιανεμητική Ένωση», είπε -- απ' αυτό το είδος που κάποτε σχεδίασε ο Σόιμπλε κι έκτοτε έχει επαναληφθεί κι από άλλους.
Αυτό θα ήταν ένα πραγματικό παράδειγμα μιας αλληλέγγυας (solidarisch) και ευρωπαϊκής (europäisch) Γερμανίας. Αντ' αυτού, είναι τελικά οι Έλληνες μέσα στην οικονομική τους δυστυχία που υποχρεώνονται να πληρώσουν μια εισφορά αλληλεγγύης. Αυτό είναι μια θλιβερή αντανάκλαση του πως η Γερμανία οπισθοδρομεί από το 2008 κι εντεύθεν και μοιάζει να είναι ακριβώς το αποτέλεσμα που επιθυμεί. Βλακωδώς, η πολιτική της τάξη, συμπεριλαμβανόμενων των ασυγχώρητων Σοσιαλδημοκρατών ηγετών, ξηλώνει εφτά δεκαετίες εξωτερικής πολιτικής -- κι ακόμα χειρότερα, ξηλώνει ότι είχε χτιστεί ως διεθνής εικόνα της χώρας.
*Ο David Gow ήταν ανταποκριτής της «Guardian» στη Γερμανία, το 1989-1995. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στo www.socialeurope.eu, στις 17.7.2015. Εδώ δημοσιεύεται με κάποιες περικοπές.